
Κεφάλαιο 1
Η Μάγια ξύπνησε εκνευρισμένη από δυνατούς θορύβους που ερχόταν από το δρόμο κάτω από τη πολυκατοικία της. Μάιος μήνας και η αφόρητη ζέστη δεν την είχε αφήσει να κοιμηθεί όλη νύχτα. Ήταν πολύ νωρίς ακόμα να σηκωθεί για το σχολείο. Ξανακοιμήθηκε με κόπο γιατί οι θόρυβοι ακούγονταν ολοένα και δυνατότερα.
-Μαγιούλα! Ξύπνα παιδί μου.. πότε θα ετοιμαστείς για το σχολείο;
-Άσε με μαμά! Νυστάζω ακόμα, ξεφώνισε με ένα χασμουρητό.
-Μάγια σήκω γρήγορα, θα αργήσεις.
-Οοοο αμάν βρε μαμά. Δε φτάνει που δε κοιμήθηκα με αυτούς τους θορύβους…μα τι κάνουν πάλι;
-Ανοίγουν το δρόμο. Θα πάρει σχεδόν όλο το καλοκαίρι. Έτσι άκουσε ο μπαμπάς.
Η Μάγια είναι 16 χρονών, μέλος μιας πενταμελούς οικογένειας. Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος από τότε που μετακόμισε σε μια μικρή πόλη αφήνοντας πίσω της το χωριό που μεγάλωσε περνώντας ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια. Στην εφηβεία της σε μία τόσο δύσκολη φάση της ηλικίας της, άλλαξαν τα πάντα γύρω της. Οι φίλες της, το σπίτι, το σχολείο, οι συνήθειες της. Δεν κατάφερε όλο το χειμώνα να προσαρμοστεί στην καινούρια της ζωή. Τα μαθήματα δύσκολα, οι συμμαθητές της απόμακροι και κείνη να παλεύει μέσα της με τα νέα δεδομένα. Ευτυχώς έχει τις αδερφούλες της. Μια μεγαλύτερη κατά 2 χρόνια και μια μικρότερη κατά 9.
Δεν ήταν άσχημη η Μάγια. Ατημέλητη ναι, αλλά όχι άσχημη. Ψηλή και λυγερή με μακριά σγουρά μαλλιά, λεπτά χείλη, καμαρωτά φρύδια και καστανοπράσινα μάτια κρυμμένα πίσω από τα μυωπικά γυαλιά της. Βέβαια ένιωθε ότι πάντα περνάει απαρατήρητη. Κανένα αντρικό μάτι δεν έπεφτε πάνω της και αν τύχαινε να αρέσει σε κάποιο συμμαθητή της θα ήταν κάθε άλλο από το πρίγκιπα που ονειρευόταν.
Φεύγοντας από το σπίτι της έριξε μια εξερευνητική μάτια σε όλα αυτά τα τεράστια μηχανήματα που θα χρησιμοποιούνταν για να ανοιχτεί ο δρόμος. Κατάλαβα όλο το καλοκαίρι δε θα ησυχάσουμε.. να δούμε πώς θα μπορέσω να διαβάσω για τις εξετάσεις του σχολείου. Δε ήταν αυτό όμως που θα την εμπόδιζε να διαβάσει στις εξετάσεις ώστε να πετύχει τους βαθμούς που επιδίωκε.
Η πρώτη ώρα ξεκινούσε κάθε Δευτέρα με άλγεβρα. Καθόλου δεν είχε κλίση σε αυτό το μάθημα, και θα ήταν μια καλή ευκαιρία να κοιμηθεί όπως έλεγε ακόμα και με ανοιχτά τα μάτια.
Θα κάνουμε μια μικρή επανάληψη και μετά θα σας δώσω την ύλη για τις εξετάσεις, είπε ο κύριος Παπαδόπουλος μόλις πάτησε το πόδι του στη τάξη.
-Πετροπούλου στο πίνακα.
-Ωχ, έκανε η Μάγια από μέσα της και κατευθύνθηκε προς το πίνακα. Σήμερα βρήκε και αυτός που δεν έχω κλείσει μάτι όλη νύχτα!
-Γράψε μας τον τύπο της διακρίνουσας.
Η Μάγια γύρισε προς τον πίνακα, άφησε τη κιμωλία να αιωρείται για λίγα δευτερόλεπτα στα δάχτυλά της και έπειτα έγραψε Δ= - (4αγ-β²).
-Πολύ καλά Πετροπούλου. Μπορείς να καθίσεις. Ελπίζω να γράψεις καλά και στις εξετάσεις.
Τι; Έγραψα το σωστό; Γιούπι!! Να και κάτι καλό σήμερα σκέφτηκε η Μάγια καθώς γυρνούσε στο θρανίο της.
-Πολύ καλά τα κατάφερες, της ψιθύρισε η Αίμη, η κοπέλα που μοιράζονταν το ίδιο θρανίο και που ήταν και η μοναδική κοπέλα που είχε κάποια σχέση παραπάνω μέσα στην τάξη. Η υπόλοιπη μέρα κύλησε πολύ ήσυχα αν και λίγο έλειψε την ώρα της Ιστορίας να κοιμηθεί πάνω στο θρανίο.
Η Αθηνά, η μεγάλη της αδερφή είχε σχολάσει νωρίτερα και έτσι έτρεχε μόνη της στο κεντρικό δρόμο όσο πιο γρήγορα μπορούσε γιατί το στομάχι της την πονούσε από την πείνα.
Καθώς πλησίαζε στο σπίτι της άκουσε πάλι τους δυνατούς θορύβους των μηχανημάτων και για άλλη μια φορά εκνευρίστηκε. Μόλις έστριψε στο δρόμο λίγο έλειψε να πέσει πάνω σε ένα μικρό φορτηγάκι. Κοίταξε θυμωμένη τον οδηγό και ήταν έτοιμη να του βάλει τις φωνές για την απροσεξία του, όταν τον είδε.
Στη θέση του συνοδηγού καθόταν ο πιο ωραίος άντρας του κόσμου. Ξέχασε και τη πείνα της και τον οδηγό. Έμεινε μαγνητισμένη να τον κοιτάζει μέχρι που το αμάξι χάθηκε στη στροφή.
-Μάγια;! Εεε! Μάγια! Hellooo?
Κοίταζε την Αναστασία που κουνούσε το χέρι της μπροστά στο πρόσωπό της χωρίς όμως ακόμα να μπορεί να επανέλθει στη πραγματικότητα.
-Έλα ρε Αναστασία, τι θες; είπε νευριασμένα για να κρύψει την ταραχή της.
Θεέ μου τι κούκλος!! Αυτός είναι άντρας! σκέφτηκε και άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα της πολυκατοικίας με τη μικρή της αδερφή.
Πώς να συγκεντρωθεί στο διάβασμα τώρα; Και το είπε ξεκάθαρα ο καθηγητής της γεωπονίας. Αύριο θα κάνουμε επανάληψη. Νιώθω ότι χρειάζεστε λίγη βοήθεια. Αμάν αυτοί οι καθηγητές και οι επαναλήψεις τους.
Της φάνηκε ή άκουσε αυτοκίνητο να παρκάρει στο δρόμο; Σηκώθηκε από το γραφείο της και έτρεξε στο μπαλκόνι. Τα γόνατά της παρέλυσαν. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ακανόνιστα. Ξανθός, ψηλός, με ωραίο γυμνασμένο κορμί. Τι παιδί είναι αυτό; Που ήταν κρυμμένο τόσο καιρό; Αυτές τις σκέψεις έκανε όταν ένιωσε ένα χτύπημα στη πλάτη της.
-Τι κάνεις εδώ μικρή; Δεν έχεις διάβασμα;
-Τι να κάνω ρε Αθηνά; Ένα διάλειμμα. Κουράστηκα να διαβάζω.
-Και γω κουράστηκα. Βλέπω «Δύο ξένοι», έρχεσαι;
-Ναι πάμε.
Το απόγευμα πέρασε γρήγορα. Με δυσκολία κατάφερε να συγκεντρωθεί στα βιβλία της. Όταν τελικά έπεσε στο κρεβάτι της ένιωθε πολύ ευτυχισμένη. Μπορούσε να κλείσει τα μάτια της και να βλέπει την εικόνα του, χωρίς να τη διακόπτει κανείς. Λίγο αργότερα μέσα στην αγκαλιά του Μορφέα, είδε τα πιο όμορφα όνειρα. Το ξυπνητήρι άρχισε να χτυπάει. Το έκλεισε με δύναμη, σα να ήθελε να το σπάσει. Κούνησε το σώμα της δεξιά και αριστερά και έβαλε το κεφάλι της κάτω από το μαξιλάρι. Όχι πάλι σχολείο.. δε θέλωωωωω Αχχχ ο πρίγκιπάς μου είναι άραγε εδώ; Σηκώθηκε σαν ελατήριο από το κρεβάτι και έτρεξε να ετοιμαστεί για το σχολείο.
Η Μάγια ξύπνησε εκνευρισμένη από δυνατούς θορύβους που ερχόταν από το δρόμο κάτω από τη πολυκατοικία της. Μάιος μήνας και η αφόρητη ζέστη δεν την είχε αφήσει να κοιμηθεί όλη νύχτα. Ήταν πολύ νωρίς ακόμα να σηκωθεί για το σχολείο. Ξανακοιμήθηκε με κόπο γιατί οι θόρυβοι ακούγονταν ολοένα και δυνατότερα.
-Μαγιούλα! Ξύπνα παιδί μου.. πότε θα ετοιμαστείς για το σχολείο;
-Άσε με μαμά! Νυστάζω ακόμα, ξεφώνισε με ένα χασμουρητό.
-Μάγια σήκω γρήγορα, θα αργήσεις.
-Οοοο αμάν βρε μαμά. Δε φτάνει που δε κοιμήθηκα με αυτούς τους θορύβους…μα τι κάνουν πάλι;
-Ανοίγουν το δρόμο. Θα πάρει σχεδόν όλο το καλοκαίρι. Έτσι άκουσε ο μπαμπάς.
Η Μάγια είναι 16 χρονών, μέλος μιας πενταμελούς οικογένειας. Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος από τότε που μετακόμισε σε μια μικρή πόλη αφήνοντας πίσω της το χωριό που μεγάλωσε περνώντας ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια. Στην εφηβεία της σε μία τόσο δύσκολη φάση της ηλικίας της, άλλαξαν τα πάντα γύρω της. Οι φίλες της, το σπίτι, το σχολείο, οι συνήθειες της. Δεν κατάφερε όλο το χειμώνα να προσαρμοστεί στην καινούρια της ζωή. Τα μαθήματα δύσκολα, οι συμμαθητές της απόμακροι και κείνη να παλεύει μέσα της με τα νέα δεδομένα. Ευτυχώς έχει τις αδερφούλες της. Μια μεγαλύτερη κατά 2 χρόνια και μια μικρότερη κατά 9.
Δεν ήταν άσχημη η Μάγια. Ατημέλητη ναι, αλλά όχι άσχημη. Ψηλή και λυγερή με μακριά σγουρά μαλλιά, λεπτά χείλη, καμαρωτά φρύδια και καστανοπράσινα μάτια κρυμμένα πίσω από τα μυωπικά γυαλιά της. Βέβαια ένιωθε ότι πάντα περνάει απαρατήρητη. Κανένα αντρικό μάτι δεν έπεφτε πάνω της και αν τύχαινε να αρέσει σε κάποιο συμμαθητή της θα ήταν κάθε άλλο από το πρίγκιπα που ονειρευόταν.
Φεύγοντας από το σπίτι της έριξε μια εξερευνητική μάτια σε όλα αυτά τα τεράστια μηχανήματα που θα χρησιμοποιούνταν για να ανοιχτεί ο δρόμος. Κατάλαβα όλο το καλοκαίρι δε θα ησυχάσουμε.. να δούμε πώς θα μπορέσω να διαβάσω για τις εξετάσεις του σχολείου. Δε ήταν αυτό όμως που θα την εμπόδιζε να διαβάσει στις εξετάσεις ώστε να πετύχει τους βαθμούς που επιδίωκε.
Η πρώτη ώρα ξεκινούσε κάθε Δευτέρα με άλγεβρα. Καθόλου δεν είχε κλίση σε αυτό το μάθημα, και θα ήταν μια καλή ευκαιρία να κοιμηθεί όπως έλεγε ακόμα και με ανοιχτά τα μάτια.
Θα κάνουμε μια μικρή επανάληψη και μετά θα σας δώσω την ύλη για τις εξετάσεις, είπε ο κύριος Παπαδόπουλος μόλις πάτησε το πόδι του στη τάξη.
-Πετροπούλου στο πίνακα.
-Ωχ, έκανε η Μάγια από μέσα της και κατευθύνθηκε προς το πίνακα. Σήμερα βρήκε και αυτός που δεν έχω κλείσει μάτι όλη νύχτα!
-Γράψε μας τον τύπο της διακρίνουσας.
Η Μάγια γύρισε προς τον πίνακα, άφησε τη κιμωλία να αιωρείται για λίγα δευτερόλεπτα στα δάχτυλά της και έπειτα έγραψε Δ= - (4αγ-β²).
-Πολύ καλά Πετροπούλου. Μπορείς να καθίσεις. Ελπίζω να γράψεις καλά και στις εξετάσεις.
Τι; Έγραψα το σωστό; Γιούπι!! Να και κάτι καλό σήμερα σκέφτηκε η Μάγια καθώς γυρνούσε στο θρανίο της.
-Πολύ καλά τα κατάφερες, της ψιθύρισε η Αίμη, η κοπέλα που μοιράζονταν το ίδιο θρανίο και που ήταν και η μοναδική κοπέλα που είχε κάποια σχέση παραπάνω μέσα στην τάξη. Η υπόλοιπη μέρα κύλησε πολύ ήσυχα αν και λίγο έλειψε την ώρα της Ιστορίας να κοιμηθεί πάνω στο θρανίο.
Η Αθηνά, η μεγάλη της αδερφή είχε σχολάσει νωρίτερα και έτσι έτρεχε μόνη της στο κεντρικό δρόμο όσο πιο γρήγορα μπορούσε γιατί το στομάχι της την πονούσε από την πείνα.
Καθώς πλησίαζε στο σπίτι της άκουσε πάλι τους δυνατούς θορύβους των μηχανημάτων και για άλλη μια φορά εκνευρίστηκε. Μόλις έστριψε στο δρόμο λίγο έλειψε να πέσει πάνω σε ένα μικρό φορτηγάκι. Κοίταξε θυμωμένη τον οδηγό και ήταν έτοιμη να του βάλει τις φωνές για την απροσεξία του, όταν τον είδε.
Στη θέση του συνοδηγού καθόταν ο πιο ωραίος άντρας του κόσμου. Ξέχασε και τη πείνα της και τον οδηγό. Έμεινε μαγνητισμένη να τον κοιτάζει μέχρι που το αμάξι χάθηκε στη στροφή.
-Μάγια;! Εεε! Μάγια! Hellooo?
Κοίταζε την Αναστασία που κουνούσε το χέρι της μπροστά στο πρόσωπό της χωρίς όμως ακόμα να μπορεί να επανέλθει στη πραγματικότητα.
-Έλα ρε Αναστασία, τι θες; είπε νευριασμένα για να κρύψει την ταραχή της.
Θεέ μου τι κούκλος!! Αυτός είναι άντρας! σκέφτηκε και άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα της πολυκατοικίας με τη μικρή της αδερφή.
Πώς να συγκεντρωθεί στο διάβασμα τώρα; Και το είπε ξεκάθαρα ο καθηγητής της γεωπονίας. Αύριο θα κάνουμε επανάληψη. Νιώθω ότι χρειάζεστε λίγη βοήθεια. Αμάν αυτοί οι καθηγητές και οι επαναλήψεις τους.
Της φάνηκε ή άκουσε αυτοκίνητο να παρκάρει στο δρόμο; Σηκώθηκε από το γραφείο της και έτρεξε στο μπαλκόνι. Τα γόνατά της παρέλυσαν. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ακανόνιστα. Ξανθός, ψηλός, με ωραίο γυμνασμένο κορμί. Τι παιδί είναι αυτό; Που ήταν κρυμμένο τόσο καιρό; Αυτές τις σκέψεις έκανε όταν ένιωσε ένα χτύπημα στη πλάτη της.
-Τι κάνεις εδώ μικρή; Δεν έχεις διάβασμα;
-Τι να κάνω ρε Αθηνά; Ένα διάλειμμα. Κουράστηκα να διαβάζω.
-Και γω κουράστηκα. Βλέπω «Δύο ξένοι», έρχεσαι;
-Ναι πάμε.
Το απόγευμα πέρασε γρήγορα. Με δυσκολία κατάφερε να συγκεντρωθεί στα βιβλία της. Όταν τελικά έπεσε στο κρεβάτι της ένιωθε πολύ ευτυχισμένη. Μπορούσε να κλείσει τα μάτια της και να βλέπει την εικόνα του, χωρίς να τη διακόπτει κανείς. Λίγο αργότερα μέσα στην αγκαλιά του Μορφέα, είδε τα πιο όμορφα όνειρα. Το ξυπνητήρι άρχισε να χτυπάει. Το έκλεισε με δύναμη, σα να ήθελε να το σπάσει. Κούνησε το σώμα της δεξιά και αριστερά και έβαλε το κεφάλι της κάτω από το μαξιλάρι. Όχι πάλι σχολείο.. δε θέλωωωωω Αχχχ ο πρίγκιπάς μου είναι άραγε εδώ; Σηκώθηκε σαν ελατήριο από το κρεβάτι και έτρεξε να ετοιμαστεί για το σχολείο.