Κεφάλαιο 16Ώρες έμεινε μπροστά στο καθρέπτη, διαλέγοντας τι θα φορέσει, πώς θα μακιγιαριστεί. Έκανε ακόμα και πρόβα για το τι θα λένε όταν βρεθούνε οι δυο τους.
«-Γιάννη, δε σε έχω ξεπεράσει ακόμα»
«-Έλα ρε σοβαρά;»θα έλεγε αυτός. Όχι, όχι δεν έπρεπε να ρίξει το επίπεδο της. Είχε μεγαλώσει πια.
«-Γιάννη σε αγαπώ»
«Μπα. Άσε που να ψάχνω ασθενοφόρο. Εγκεφαλικό θα πάθει ο άνθρωπος.» σκέφτηκε.
«-Γιάννη, φίλα με»
«Δε θέλω» « Αχ τίποτα δε μπορώ να πω. Θα μου δεθεί η γλώσσα κόμπος» «Ας αφήσω τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους». Φόρεσε τελικά το στενό γαλάζιο παντελόνι της με άσπρο μπλουζάκι και άσπρα ψηλοτάκουνα πέδιλα. Άφησε τα μαλλιά της λυτά να κυματίζουν στη πλάτη της.
Πέρασε από το σπίτι της Μαρίνας και ξεκίνησαν για τη κεντρική πλατεία.
-Μαρίνα θα έρθει και ένας φίλος μου από τα παλιά.
-Α! αλήθεια; Ξέχασα να σου πω, είπα και στο Νίκο να έρθει, σε πειράζει; Χώρισε με την Ελένη καιρό τώρα, και σκέφτηκα να του το προτείνω.
-Καλά έκανες. Φτάσαμε. Μα που είναι λοιπόν;!
Ένα κόκκινο αυτοκίνητο, σταμάτησε μπροστά τους.
-Περάστε παρακαλώ. Καλησπέρα.
Μπήκαν και οι δυο στο πίσω κάθισμα. Η Μάγια έκανε τις συστάσεις και ύστερα πρότεινε να πάνε στο «Μαΐστρο». Δέχτηκαν πρόθυμα και η Μαρίνα ειδοποίησε το Νίκο με ένα μήνυμα από το κινητό της.
Ο Μαΐστρος ήταν ένα μαγαζί πολύ γουστόζικο. Σε μια ταράτσα κάποιου άλλου μαγαζιού, χωρισμένο σε επίπεδα που ανέβαινες με σκάλα. Ανοιχτό από όλες τις μεριές και για σκεπή είχαν τον ουρανό με τα άστρα. Παρήγγειλαν τα ποτά τους. Στο μεταξύ ήρθε και ο Νίκος. Φλυαρούσαν, γελούσαν σαν να γνωριζόντουσαν όλοι από χρόνια. Το φεγγάρι είχε αρχίσει να κατεβαίνει. Έμοιαζε με πορτοκάλι χωρισμένο στα δύο. Φώτιζε τον ουρανό με ένα χρώμα πολύ ιδιαίτερο και η Μάγια κοιτώντας το έκανε ρομαντικές σκέψεις.
-Μάγια, ο αδερφός μου θα περάσει να με πάρει. Πρέπει να φύγω λίγο νωρίτερα.
-Καλά Μαρίνα. Δε πειράζει.
-Παιδιά θα μου επιτρέψετε να φύγω. Με περιμένει ο αδερφός μου.
-Εγώ λέω να πηγαίνουμε και μεις σιγά σιγά, είπε ο Γιάννης.
-Ωραία, ναι. Ας πηγαίνουμε. Τους κέρασε ο Νίκος όλους ενώ η Μάγια επέμενε ότι δεν ήταν σωστό.
Η Μαρίνα μπήκε στο αμάξι του αδερφού της και η Μάγια έμεινε μόνη με τους δυο όμορφους νέους. Και φυσικά περίμενε να της προτείνει ο Γιάννης να την πάει σπίτι. Εκείνος όμως δεν έλεγε κάτι. Σε αντίθεση με το Νίκο.
-Μάγια θα περάσω από το σπίτι σου. Αν θέλεις μπορώ να σε αφήσω.
Περίμενε λίγο η Μάγια πριν απαντήσει μήπως κάνει και ο Γιάννης την ίδια πρόταση, αλλά δεν είπε τίποτα. Άδικα ήλπιζε λοιπόν.
-Ναι Νίκο, ευχαριστώ.
-Καληνύχτα Γιάννη. Να περνάς καλά.
-Καληνύχτα παιδιά. Καλό δρόμο.
Αυτό ήταν λοιπόν; Έτσι θα τέλειωνε αυτή η βραδιά; Η Μάγια ξέσπασε σε λυγμούς μόλις μπήκε στο αμάξι του Νίκου. Εκείνος τα ‘χασε.
-Μάγια τι έπαθες; Σου έκανα κάτι;
Δεν ήθελε να αφήσει το Νίκο να υποψιαστεί κάτι. Βρήκε μια βλακώδη δικαιολογία και σταμάτησε το κλάμα μετά από λίγο. Λίγο πριν κατέβει από το αμάξι, της πρότεινε να πήγαιναν σε ένα beach party που θα γινόταν σε μερικές μέρες. Θα ήταν και η Μαρίνα εκεί. Θα είχε μουσική και ποτά. Θα διασκέδαζαν αν είχε και κείνη όρεξη. Δέχτηκε με χαρά τη πρότασή του. Ίσως ήθελε απλά να ξεπεράσει την απογοήτευση της, ή ίσως ένιωσε βαθιά στη καρδιά της ότι μερικές φορές η μοίρα παίζει διαφορετικά παιχνίδια από αυτά που εμείς ελπίζουμε και περιμένουμε.