
Κεφάλαιο 21
Λίγες μέρες αφότου γύρισαν από το ταξίδι τους, γύρισαν και στη καθημερινότητα τους. Στις δουλειές τους και στη συνηθισμένη βαρετή ρουτίνα τους, χωρίς όμως αυτό να αλλάξει τη σχέση τους που είχε αναθερμανθεί.
Είχε περάσει από το σπίτι των γονιών της. Έπρεπε να φύγει για τη δουλειά και είχε ήδη καθυστερήσει. Με την άκρη του ματιού της είδε το σταματημένο λιμενικό αυτοκίνητο έξω από το κατάστημα της ΔΕΗ. Δεν έκανε το κόπο να κοιτάξει, σχεδόν βέβαιη ότι μέσα δεν ήταν κανείς.
-Μάγιααα
«Ωχ Θεέ μου, δε το πιστεύω ότι είναι αυτός». Γύρισε πίσω της και τον είδε. Τον πλησίασε. Αντάλλαξαν μια χειραψία. Εκείνος χωρίς να βγει από το αμάξι. «Όμορφος που ήταν. Του πήγαινε τόσο η μπλε στολή!»
-Τι κάνεις Γιάννη;
-Καλά είμαι Μάγια. Εσύ;
-Καλά και γω. Στη δουλειά πάω και βαριέμαι λίγοοοο.
-Παντρεύτηκες;
-Ναι! Πριν λίγο καιρό. Άντε και στα δικά σου.
-Ευχαριστώ.
-Ωραίος είναι ο γάμος. Να το τολμήσεις.
-Λες, ε; Δε πιστεύω να είσαι και έγκυος;
-Όχι βρε λίπος είναι.
-Ναι, λίπος εσύ. Χαχα
Η Μάγια άλλαξε το ύφος της. Τον κοίταξε βαθιά στα πράσινα μάτια του και του είπε:
-Γιάννη, ήθελα να ξέρεις ότι μπορεί η ζωή να προχωρά αλλά μερικά πράγματα δεν αλλάζουν.
-Δηλαδή; Τι εννοείς;
-Δηλαδή όπως αυτά που νιώθω για σένα. Σ’ αγαπώ. Πάντα σε αγαπούσα. Και δε σου ζητώ κάτι. Θέλω μόνο να είσαι καλά, να είσαι ευτυχισμένος, με όποια θες και όπου θες. Να ξέρεις ότι αν ποτέ με χρειαστείς θα είμαι εδώ για σένα.
Έσκυψε το κεφάλι του στο τιμόνι. Η Μάγια δε μπορούσε να καταλάβει τι σκεφτόταν εκείνος, θα ήθελε όμως να ξέρει. Χωρίς να τη κοιτάξει, της είπε
-Και γω Μάγια το ίδιο θέλω για σένα.
Προσπάθησαν και οι δυο να χαμογελάσουν, αφού οι λέξεις αυτές τους είχαν μελαγχολήσει, και χαιρετήθηκαν.
Από κει και μετά τον έβλεπε στο δρόμο συχνά. Συνήθως από απόσταση αντάλλασσαν κάποιο χαιρετισμό.
Λίγες μέρες αφότου γύρισαν από το ταξίδι τους, γύρισαν και στη καθημερινότητα τους. Στις δουλειές τους και στη συνηθισμένη βαρετή ρουτίνα τους, χωρίς όμως αυτό να αλλάξει τη σχέση τους που είχε αναθερμανθεί.
Είχε περάσει από το σπίτι των γονιών της. Έπρεπε να φύγει για τη δουλειά και είχε ήδη καθυστερήσει. Με την άκρη του ματιού της είδε το σταματημένο λιμενικό αυτοκίνητο έξω από το κατάστημα της ΔΕΗ. Δεν έκανε το κόπο να κοιτάξει, σχεδόν βέβαιη ότι μέσα δεν ήταν κανείς.
-Μάγιααα
«Ωχ Θεέ μου, δε το πιστεύω ότι είναι αυτός». Γύρισε πίσω της και τον είδε. Τον πλησίασε. Αντάλλαξαν μια χειραψία. Εκείνος χωρίς να βγει από το αμάξι. «Όμορφος που ήταν. Του πήγαινε τόσο η μπλε στολή!»
-Τι κάνεις Γιάννη;
-Καλά είμαι Μάγια. Εσύ;
-Καλά και γω. Στη δουλειά πάω και βαριέμαι λίγοοοο.
-Παντρεύτηκες;
-Ναι! Πριν λίγο καιρό. Άντε και στα δικά σου.
-Ευχαριστώ.
-Ωραίος είναι ο γάμος. Να το τολμήσεις.
-Λες, ε; Δε πιστεύω να είσαι και έγκυος;
-Όχι βρε λίπος είναι.
-Ναι, λίπος εσύ. Χαχα
Η Μάγια άλλαξε το ύφος της. Τον κοίταξε βαθιά στα πράσινα μάτια του και του είπε:
-Γιάννη, ήθελα να ξέρεις ότι μπορεί η ζωή να προχωρά αλλά μερικά πράγματα δεν αλλάζουν.
-Δηλαδή; Τι εννοείς;
-Δηλαδή όπως αυτά που νιώθω για σένα. Σ’ αγαπώ. Πάντα σε αγαπούσα. Και δε σου ζητώ κάτι. Θέλω μόνο να είσαι καλά, να είσαι ευτυχισμένος, με όποια θες και όπου θες. Να ξέρεις ότι αν ποτέ με χρειαστείς θα είμαι εδώ για σένα.
Έσκυψε το κεφάλι του στο τιμόνι. Η Μάγια δε μπορούσε να καταλάβει τι σκεφτόταν εκείνος, θα ήθελε όμως να ξέρει. Χωρίς να τη κοιτάξει, της είπε
-Και γω Μάγια το ίδιο θέλω για σένα.
Προσπάθησαν και οι δυο να χαμογελάσουν, αφού οι λέξεις αυτές τους είχαν μελαγχολήσει, και χαιρετήθηκαν.
Από κει και μετά τον έβλεπε στο δρόμο συχνά. Συνήθως από απόσταση αντάλλασσαν κάποιο χαιρετισμό.