
Κεφάλαιο 7
-Καλημέραααα..
-Μάγια είσαι καλά παιδί μου;
-Γιατί να μην είμαι καλά ρε μαμά;
-Ένας ολόκληρος χειμώνας πέρασε να προσπαθώ να σε ξυπνήσω με το ζόρι και σήμερα ξύπνησες πρωί πρωί και μου στολίστηκες κιόλα.
-Μανούλαα, είπε και της έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο. Πάω να πάρω βαθμούς. Ελπίζω να μην πάθετε εγκεφαλικό. Εγώ πάντως για μια φορά έχω διακοπές !!Γιούπι!
Η Μάγια είχε ξυπνήσει από νωρίς. Δεν είχε αγωνία για τους βαθμούς. Στο χτεσινό ραβασάκι με το Γιάννη είχαν κανονίσει ραντεβουδάκι για το βράδυ «Αύριο θέλω να πάμε για καφέ, θα έρθει και μια φίλη μου όμως, οκ?». Για αυτό η χαρά της ήταν απερίγραπτη. Είχε φορέσει τη ασπρόμαυρη καρό φούστα και ένα άσπρο κολλητό φανελάκι. Η Άντα την περίμενε κάτω από το σπίτι της για να πάνε μαζί μέχρι το σχολείο.
-Καλημέρα Άντα.
-Καλώς τη, καλημέρα. Όλα καλά;
-Ναι μια χαρά. Το βράδυ όπως είπαμε, έτσι; Θα περάσεις να με πάρεις κατά τις 8. Εκείνος θα έρθει στις 9 αλλά δε μας πειράζει, να έχω προετοιμαστεί ψυχολογικά.
-Εντάξει Μάγια, πάμε τώρα να δούμε τις τάπες μας.
Ανέβηκαν στο γραφείο του διευθυντή, είπαν τα ονόματα τους και να οι τάπες μπροστά στα μάτια τους.
-Άντα πώς πήγες;
-Μέτρια Μάγια. 16 και 10/12 έβγαλα. Εσύ;
-Εντάξει καλά είσαι εσύ. Εγώ έβγαλα 16 1/12. Βασικά έγραψα χάλια. 11 Γεωμετρία και 13 Γεωπονία. Τα φιλολογικά καλύτερα τα άλλα πολύ μέτρια. Δε πειράζει, του χρόνου θα τα πάω καλύτερα. Φύγαμε;
-Ναι πάμε η Αίμη έχει φύγει από ώρα. Κάτω παίζουν μπουγέλο. Διάλεξες μέρα να βάλεις άσπρη μπλούζα.
-Δε θα κάτσω να με βρέξουν. Έχω παρακολούθηση από σήμερα. Θα τη στήνω στο μπαλκόνι και δε θα κουνάω από κει ούτε λεπτό.
-Είπαν οι καθηγητές να πάμε να πάρουμε τα έργα μας. Αυτά που φτιάξαμε στη τεχνολογία.
-Άντε πάμε. Είχα φτιάξει μια καταπληκτική αλλά λίγο στραβοκομμένη τηλεόραση.
-Χαχαχαχα
Η Μάγια γυρνούσε σπίτι κουβαλώντας το μαύρο κουτί της υποτιθέμενης τηλεόρασης. Είδε το Γιάννη και σταμάτησε.
-Τι είναι αυτό βρε;
-Α καλά δε βλέπεις; Μια καταπληκτική τηλεόραση που έφτιαξα στο σχολείο.
-Δε μοιάζει και πολύ με τηλεόραση.
-Έλα ρε, μη με πειράζεις !Τόσο κόπο έκανα. Το βράδυ όπως είπαμε έτσι;
-Ναι οκ. Θα τα πούμε.
Το μεσημέρι στο τραπέζι έκανε την ανακοίνωση. Δεν τους είχε συνηθίσει να βγαίνει και φοβόταν πολύ πως θα τους το πει.
-Μαμά, μπαμπά σήμερα θα έρθει η Άντα να πάμε καμιά βόλτα.
-Τι ώρα θα γίνει αυτό Μάγια;
-Είπαμε κατά τις 8. Εντάξει; Να πάω;
-Να πας Μάγια αλλά 9 η ώρα να είσαι πίσω.
-Μα μπαμπά πώς θα είμαι 9 η ώρα πίσω αφού μόλις 8 θα βρεθούμε; Δε μπορώ να μείνω λίγο παραπάνω;
-Αλλιώς δε θα πας καθόλου. Τι προτιμάς;
«Θεέ μου δε το πιστεύω. Θα γίνω ρεζίλι στο παιδί. Και στη τελική πως θα συνεχίσω να τον βλέπω και να μιλάμε αν δεν έχω το δικαίωμα να λείψω ούτε μια ώρα από το σπίτι;»
Παρά τη λύπη της άρχισε από νωρίς να ετοιμάζεται. Οκτώ παρά πέντε της χτύπησε η Άντα το κουδούνι και κείνη πετάχτηκε πάνω μεσ’ τη τρελή χαρά. Επιτέλους είχε φτάσει η ώρα. Σφύριξε ένα γεια στους δικούς της και εξαφανίστηκε.
-Άντα είμαι χάλια.
-Γιατί τι έγινε; Δε θα έρθει;
-Όχι δεν είναι αυτό. Ο μπαμπάς είπε 9 η ώρα να είμαι πίσω. Και ο Γιάννης είπε 9 η ώρα θα έρθει στο ραντεβού. Πώς θα γίνει αυτό; Θα σκάσω. Μια φορά είπα και γω να κάνω κάτι που μου αρέσει και το θέλω τόσο πολύ και όλα μου πάνε στραβά.
-Έλα Μάγια μη στενοχωριέσαι. Θα δούμε τι θα κάνουμε. Κάτι θα σκεφτούμε. Εγώ να σου πω έχω άγχος. Φοβάμαι λίγο, τι θα λέμε;
-Δε με απασχολεί. Μου φτάνει να κοιτώ τα μάτια του.
-Κι γω βρε τι θα κοιτώ; Τον φίλο του; Καλός λες να είναι;
-Χαχα δε ξέρω, ελπίζω να του μοιάζει.
Κάθισαν σε μια καφετέρια στο παλιό λιμάνι. Το είχαν ήδη κανονίσει από πριν. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Το λιμάνι ήταν φωτισμένο και το φεγγάρι αντιφέγγιζε στα ήρεμα νερά. Απέναντι στο φάρο έβλεπε ζευγαράκια να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται. Ζήλεψε. Θα μπορούσε άραγε ποτέ να το κάνει και αυτή με το Γιάννη;
Παρήγγειλαν φραπέ γλυκό με γάλα. Δεν είχε πιει γουλιά η Μάγια αλλά ένιωθε το στομάχι της κόμπο. Μιλούσαν και χάζευαν με την Άντα τους περαστικούς.
-Καλησπέρα κορίτσια . Τι κάνετε; Αργήσαμε;
Είχαν έρθει λίγα λεπτά νωρίτερα. Κάτι ήταν και αυτό.
-Καθίστε παιδιά. Από δω η φίλη μου η Άντα, ο Γιάννης και ο …
-Κώστας.
-Μάγια τι έχεις; Ανήσυχη σε βλέπω.
-Βασικά με τον πατέρα μου τα έχω γιατί είπε να είμαι πίσω στις 9.
-Μα 9 είναι τώρα, θα φύγεις;
-Όχι βέβαια. Αμάν έκανα να σε δω εκτός δουλειάς σου και εκτός σπιτιού μου και θα φύγω;
-Λοιπόν τι νέα; Εσύ Άντα στην ίδια ηλικία είσαι με τη Μάγια;
-Ναι είμαι 16. Εσύ; Έχω βάλει στοίχημα με την Μάγια.
-Άντααα..
-χαχα Πόσο με κάνετε;
-Εγώ 25, δηλαδή κάπου εκεί και η Άντα μικρότερο.
-12/3/1979 έχω γεννηθεί. Πόσο χρονών είμαι;
-ΑΑΑΑ είσαι τόσο μικρός; Δηλαδή με περνάς μόνο 2 χρόνια. Τέλεια. Ιχθύς είσαι; Και η μαμά μου. Ωραίο ζώδιο.
-Από πού είσαι Μάγια εσύ; Ο μπαμπάς σου δάσκαλος είπαμε;
-Ναι. Και έχω 2 αδερφές που βλέπεις να με περιτριγυρίζουν. Εγώ και η Άντα ήρθαμε από ένα χωριό, δε μεγαλώσαμε εδώ. Περίπου πριν ένα χρόνο ήρθαμε. Η καταγωγή μου είναι από το ..Εσένα;
-Εγώ είμαι από την άλλη μεριά. Από το…και λέγομαι Παντελόπουλος. Και έχω μια μεγάλη οικογένεια. Αν εσύ έχεις 2 αδερφές εγώ έχω 4 και είμαστε και 3 αγόρια. Έχω και ανιψάκια γιατί οι δυο είναι παντρεμένες.
-Αλήθεια; Μεγάλη οικογένεια. Ωραία.
Η συζήτηση δεν είχε τελειωμό. Όσα δε μπορούσαν να πουν από το μπαλκόνι ή στο δρόμο έπρεπε να τα πουν εκείνη τη στιγμή. Η ώρα κόντευε 10. δε μπορούσε να αργήσει παραπάνω. Χαιρέτησε με πίκρα και έφυγε μαζί με την Άντα.
-Άντα, είμαι ερωτευμένη. Δεν έχω ξανανιώσει έτσι. Θέλω να είμαι μαζί του.
-Μάγια το ξέρω ότι τον θες. Το βλέπω στα μάτια σου. Να σου πω. Τώρα που θα πας σπίτι πες στους γονείς σου ότι είδα κάτι γνωστούς μου που μας κράτησαν λίγο παραπάνω. Δε θα πουν τίποτα ελπίζω.
-Άντα ευχαριστώ για όλα. Θα τα πούμε αύριο. Καληνύχτα.
-Καληνύχτα Μάγια. Τα λέμε.
Η Μάγια έβαλε το κλειδί στη πόρτα και άνοιξε. Άκουσε ομιλίες στο μπαλκόνι. Είχαν επισκέψεις, άρα θα τη γλίτωνε σκέφτηκε.
-Καλώς τη, βρήκες το δρόμο για το σπίτι;
-Άργησα λίγο γιατί βρήκε η Άντα κάποιους γνωστούς της.
-Μάγια αυτό που έγινε δε θα ξαναγίνει. Δε θα ξαναγυρίσεις σπίτι 10 η ώρα το βράδυ γιατί απλά δε θα ξαναβγείς.
Ακούγοντας αυτά τα λόγια η Μάγια βούρκωσε και χωρίς να πει τίποτα έτρεξε να κρυφτεί στο δωμάτιο της. Δεν πρόλαβε να μπει και να κλειδώσει τη πόρτα, μπήκε πίσω της και η Αθηνά.
-Καλά ρε Μάγια, τους έσκασες τους γονείς! Τρελάθηκες; Γιατί άργησες τόσο;
-Γιατί είχα βγει μαζί του, για αυτό! ξεφώνισε και αμέσως μετά το μετάνιωσε αλλά ήταν όμως αργά.
-Τι σου είπα Μάγια για αυτό; Δεν είπαμε τέλος; Δεν είπαμε ότι είναι μεγάλος και δε θα του ξαναμιλήσεις; Και συ βγαίνεις και μαζί του; Με ένα άγνωστο; Και η Άντα ήρθε μαζί σου και καθόλου ή μας έχεις πει άπειρα ψέματα;
-Αθηνά ηρέμησε και άσε με ήσυχη. Και αν θες να ξέρεις είναι στην ηλικία σου. Άσε με τώρα.
Έβαλε τις πιτζάμες της και έπεσε στο κρεβάτι. Δε μπορούσε να σταματήσει τα δάκρυα της. Έκλαιγε για αυτό το τόσο όμορφο που της συνέβαινε και δεν μπορούσε, δεν την άφηναν να το χαρεί. Άργησε ο ύπνος να σφραγίζει τα μάτια της.
-Καλημέραααα..
-Μάγια είσαι καλά παιδί μου;
-Γιατί να μην είμαι καλά ρε μαμά;
-Ένας ολόκληρος χειμώνας πέρασε να προσπαθώ να σε ξυπνήσω με το ζόρι και σήμερα ξύπνησες πρωί πρωί και μου στολίστηκες κιόλα.
-Μανούλαα, είπε και της έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο. Πάω να πάρω βαθμούς. Ελπίζω να μην πάθετε εγκεφαλικό. Εγώ πάντως για μια φορά έχω διακοπές !!Γιούπι!
Η Μάγια είχε ξυπνήσει από νωρίς. Δεν είχε αγωνία για τους βαθμούς. Στο χτεσινό ραβασάκι με το Γιάννη είχαν κανονίσει ραντεβουδάκι για το βράδυ «Αύριο θέλω να πάμε για καφέ, θα έρθει και μια φίλη μου όμως, οκ?». Για αυτό η χαρά της ήταν απερίγραπτη. Είχε φορέσει τη ασπρόμαυρη καρό φούστα και ένα άσπρο κολλητό φανελάκι. Η Άντα την περίμενε κάτω από το σπίτι της για να πάνε μαζί μέχρι το σχολείο.
-Καλημέρα Άντα.
-Καλώς τη, καλημέρα. Όλα καλά;
-Ναι μια χαρά. Το βράδυ όπως είπαμε, έτσι; Θα περάσεις να με πάρεις κατά τις 8. Εκείνος θα έρθει στις 9 αλλά δε μας πειράζει, να έχω προετοιμαστεί ψυχολογικά.
-Εντάξει Μάγια, πάμε τώρα να δούμε τις τάπες μας.
Ανέβηκαν στο γραφείο του διευθυντή, είπαν τα ονόματα τους και να οι τάπες μπροστά στα μάτια τους.
-Άντα πώς πήγες;
-Μέτρια Μάγια. 16 και 10/12 έβγαλα. Εσύ;
-Εντάξει καλά είσαι εσύ. Εγώ έβγαλα 16 1/12. Βασικά έγραψα χάλια. 11 Γεωμετρία και 13 Γεωπονία. Τα φιλολογικά καλύτερα τα άλλα πολύ μέτρια. Δε πειράζει, του χρόνου θα τα πάω καλύτερα. Φύγαμε;
-Ναι πάμε η Αίμη έχει φύγει από ώρα. Κάτω παίζουν μπουγέλο. Διάλεξες μέρα να βάλεις άσπρη μπλούζα.
-Δε θα κάτσω να με βρέξουν. Έχω παρακολούθηση από σήμερα. Θα τη στήνω στο μπαλκόνι και δε θα κουνάω από κει ούτε λεπτό.
-Είπαν οι καθηγητές να πάμε να πάρουμε τα έργα μας. Αυτά που φτιάξαμε στη τεχνολογία.
-Άντε πάμε. Είχα φτιάξει μια καταπληκτική αλλά λίγο στραβοκομμένη τηλεόραση.
-Χαχαχαχα
Η Μάγια γυρνούσε σπίτι κουβαλώντας το μαύρο κουτί της υποτιθέμενης τηλεόρασης. Είδε το Γιάννη και σταμάτησε.
-Τι είναι αυτό βρε;
-Α καλά δε βλέπεις; Μια καταπληκτική τηλεόραση που έφτιαξα στο σχολείο.
-Δε μοιάζει και πολύ με τηλεόραση.
-Έλα ρε, μη με πειράζεις !Τόσο κόπο έκανα. Το βράδυ όπως είπαμε έτσι;
-Ναι οκ. Θα τα πούμε.
Το μεσημέρι στο τραπέζι έκανε την ανακοίνωση. Δεν τους είχε συνηθίσει να βγαίνει και φοβόταν πολύ πως θα τους το πει.
-Μαμά, μπαμπά σήμερα θα έρθει η Άντα να πάμε καμιά βόλτα.
-Τι ώρα θα γίνει αυτό Μάγια;
-Είπαμε κατά τις 8. Εντάξει; Να πάω;
-Να πας Μάγια αλλά 9 η ώρα να είσαι πίσω.
-Μα μπαμπά πώς θα είμαι 9 η ώρα πίσω αφού μόλις 8 θα βρεθούμε; Δε μπορώ να μείνω λίγο παραπάνω;
-Αλλιώς δε θα πας καθόλου. Τι προτιμάς;
«Θεέ μου δε το πιστεύω. Θα γίνω ρεζίλι στο παιδί. Και στη τελική πως θα συνεχίσω να τον βλέπω και να μιλάμε αν δεν έχω το δικαίωμα να λείψω ούτε μια ώρα από το σπίτι;»
Παρά τη λύπη της άρχισε από νωρίς να ετοιμάζεται. Οκτώ παρά πέντε της χτύπησε η Άντα το κουδούνι και κείνη πετάχτηκε πάνω μεσ’ τη τρελή χαρά. Επιτέλους είχε φτάσει η ώρα. Σφύριξε ένα γεια στους δικούς της και εξαφανίστηκε.
-Άντα είμαι χάλια.
-Γιατί τι έγινε; Δε θα έρθει;
-Όχι δεν είναι αυτό. Ο μπαμπάς είπε 9 η ώρα να είμαι πίσω. Και ο Γιάννης είπε 9 η ώρα θα έρθει στο ραντεβού. Πώς θα γίνει αυτό; Θα σκάσω. Μια φορά είπα και γω να κάνω κάτι που μου αρέσει και το θέλω τόσο πολύ και όλα μου πάνε στραβά.
-Έλα Μάγια μη στενοχωριέσαι. Θα δούμε τι θα κάνουμε. Κάτι θα σκεφτούμε. Εγώ να σου πω έχω άγχος. Φοβάμαι λίγο, τι θα λέμε;
-Δε με απασχολεί. Μου φτάνει να κοιτώ τα μάτια του.
-Κι γω βρε τι θα κοιτώ; Τον φίλο του; Καλός λες να είναι;
-Χαχα δε ξέρω, ελπίζω να του μοιάζει.
Κάθισαν σε μια καφετέρια στο παλιό λιμάνι. Το είχαν ήδη κανονίσει από πριν. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Το λιμάνι ήταν φωτισμένο και το φεγγάρι αντιφέγγιζε στα ήρεμα νερά. Απέναντι στο φάρο έβλεπε ζευγαράκια να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται. Ζήλεψε. Θα μπορούσε άραγε ποτέ να το κάνει και αυτή με το Γιάννη;
Παρήγγειλαν φραπέ γλυκό με γάλα. Δεν είχε πιει γουλιά η Μάγια αλλά ένιωθε το στομάχι της κόμπο. Μιλούσαν και χάζευαν με την Άντα τους περαστικούς.
-Καλησπέρα κορίτσια . Τι κάνετε; Αργήσαμε;
Είχαν έρθει λίγα λεπτά νωρίτερα. Κάτι ήταν και αυτό.
-Καθίστε παιδιά. Από δω η φίλη μου η Άντα, ο Γιάννης και ο …
-Κώστας.
-Μάγια τι έχεις; Ανήσυχη σε βλέπω.
-Βασικά με τον πατέρα μου τα έχω γιατί είπε να είμαι πίσω στις 9.
-Μα 9 είναι τώρα, θα φύγεις;
-Όχι βέβαια. Αμάν έκανα να σε δω εκτός δουλειάς σου και εκτός σπιτιού μου και θα φύγω;
-Λοιπόν τι νέα; Εσύ Άντα στην ίδια ηλικία είσαι με τη Μάγια;
-Ναι είμαι 16. Εσύ; Έχω βάλει στοίχημα με την Μάγια.
-Άντααα..
-χαχα Πόσο με κάνετε;
-Εγώ 25, δηλαδή κάπου εκεί και η Άντα μικρότερο.
-12/3/1979 έχω γεννηθεί. Πόσο χρονών είμαι;
-ΑΑΑΑ είσαι τόσο μικρός; Δηλαδή με περνάς μόνο 2 χρόνια. Τέλεια. Ιχθύς είσαι; Και η μαμά μου. Ωραίο ζώδιο.
-Από πού είσαι Μάγια εσύ; Ο μπαμπάς σου δάσκαλος είπαμε;
-Ναι. Και έχω 2 αδερφές που βλέπεις να με περιτριγυρίζουν. Εγώ και η Άντα ήρθαμε από ένα χωριό, δε μεγαλώσαμε εδώ. Περίπου πριν ένα χρόνο ήρθαμε. Η καταγωγή μου είναι από το ..Εσένα;
-Εγώ είμαι από την άλλη μεριά. Από το…και λέγομαι Παντελόπουλος. Και έχω μια μεγάλη οικογένεια. Αν εσύ έχεις 2 αδερφές εγώ έχω 4 και είμαστε και 3 αγόρια. Έχω και ανιψάκια γιατί οι δυο είναι παντρεμένες.
-Αλήθεια; Μεγάλη οικογένεια. Ωραία.
Η συζήτηση δεν είχε τελειωμό. Όσα δε μπορούσαν να πουν από το μπαλκόνι ή στο δρόμο έπρεπε να τα πουν εκείνη τη στιγμή. Η ώρα κόντευε 10. δε μπορούσε να αργήσει παραπάνω. Χαιρέτησε με πίκρα και έφυγε μαζί με την Άντα.
-Άντα, είμαι ερωτευμένη. Δεν έχω ξανανιώσει έτσι. Θέλω να είμαι μαζί του.
-Μάγια το ξέρω ότι τον θες. Το βλέπω στα μάτια σου. Να σου πω. Τώρα που θα πας σπίτι πες στους γονείς σου ότι είδα κάτι γνωστούς μου που μας κράτησαν λίγο παραπάνω. Δε θα πουν τίποτα ελπίζω.
-Άντα ευχαριστώ για όλα. Θα τα πούμε αύριο. Καληνύχτα.
-Καληνύχτα Μάγια. Τα λέμε.
Η Μάγια έβαλε το κλειδί στη πόρτα και άνοιξε. Άκουσε ομιλίες στο μπαλκόνι. Είχαν επισκέψεις, άρα θα τη γλίτωνε σκέφτηκε.
-Καλώς τη, βρήκες το δρόμο για το σπίτι;
-Άργησα λίγο γιατί βρήκε η Άντα κάποιους γνωστούς της.
-Μάγια αυτό που έγινε δε θα ξαναγίνει. Δε θα ξαναγυρίσεις σπίτι 10 η ώρα το βράδυ γιατί απλά δε θα ξαναβγείς.
Ακούγοντας αυτά τα λόγια η Μάγια βούρκωσε και χωρίς να πει τίποτα έτρεξε να κρυφτεί στο δωμάτιο της. Δεν πρόλαβε να μπει και να κλειδώσει τη πόρτα, μπήκε πίσω της και η Αθηνά.
-Καλά ρε Μάγια, τους έσκασες τους γονείς! Τρελάθηκες; Γιατί άργησες τόσο;
-Γιατί είχα βγει μαζί του, για αυτό! ξεφώνισε και αμέσως μετά το μετάνιωσε αλλά ήταν όμως αργά.
-Τι σου είπα Μάγια για αυτό; Δεν είπαμε τέλος; Δεν είπαμε ότι είναι μεγάλος και δε θα του ξαναμιλήσεις; Και συ βγαίνεις και μαζί του; Με ένα άγνωστο; Και η Άντα ήρθε μαζί σου και καθόλου ή μας έχεις πει άπειρα ψέματα;
-Αθηνά ηρέμησε και άσε με ήσυχη. Και αν θες να ξέρεις είναι στην ηλικία σου. Άσε με τώρα.
Έβαλε τις πιτζάμες της και έπεσε στο κρεβάτι. Δε μπορούσε να σταματήσει τα δάκρυα της. Έκλαιγε για αυτό το τόσο όμορφο που της συνέβαινε και δεν μπορούσε, δεν την άφηναν να το χαρεί. Άργησε ο ύπνος να σφραγίζει τα μάτια της.
4 σχόλια:
..μμμ προβληματάκια εεε..
...ε καμιά φορά οι δυσκολίες είναι που δίνουν μια επιπλέον γλύκα σε καποιες τετοιες σχέσεις
ΚΑΛΗΜΕΡΑΑΑΑΑ!!!
Χαθήκαμε Μαράκι μου, πως είσαι; Το ζουζούνι σου τι κάνει;
Η Μάγια την έβαψε λίγο, αλλά πάλι κάτι θα σκαρώσει και θα βγεί ξανά έξω. Ελπίζω να μην έχει άλλα προβλήματα με τους γονείς της.
Φιλιά πολλά, θα τα πούμε.
Καλημέρα φατσούλες μου. Η μπέμπα πρέπει να είναι καλά, εγώ δεν είμαι. Κρύωσα άσχημα. Γέμισαν και τα χείλη μου έρπη. Ψυχολογία υπό του μηδενός...
Φιλάκια
Όχι καλέ, μη μας τα λες αυτά! Όλα καλά θα πάνε, υπομονή! Το μετά είναι που αξίζει! :)
Αχ, η καημενούλα η Μάγια, πόσο τη νιώθω. Χαρά και λύπη συγχρόνως... πάντως ετοιμόλογη τη βρίσκω, είχε έτοιμη τη δικαιολογία της αργοπορίας της!
Μ΄ αρέσουν πολύ οι διάλογοί σου... είναι τόσο ζωντανοί!
Δημοσίευση σχολίου