Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

Κεφάλαιο 8
Δεν είχε διάθεση να σηκωθεί από το κρεβάτι και πολύ περισσότερο να αντικρίσει οποιονδήποτε μέσα στο σπίτι. Αργότερα θυμήθηκε ότι η Αθηνά έδινε πανελλήνιες και λογικά ήταν μόνη στο σπίτι.
Βγήκε στο μπαλκόνι με τις πιτζάμες. Δεν ήταν κανείς κάτω. Άνοιξε τη τηλεόραση να περάσει η ώρα. Έκανε ζάπινγκ σε όλα τα κανάλια και όλα είχαν επαναλήψεις και επαναλήψεις. Σηκώθηκε να πλύνει τα φλιτζάνια. Ο νεροχύτης ήταν μπροστά στο παράθυρο. Άκουσε αυτοκίνητο. Σήκωθηκε στις μύτες των ποδιών της και είδε το Γιάννη να ανοίγει τα χέρια σαν σε απόγνωση «Πού είσαι;». Σκούπισε τα χέρια της και βγήκε έξω.
-Καλημέρα. Με πήρε ο ύπνος.
-Όλα καλά χτες;
-Ναι μια χαρά, είχε αποφασίσει να μην πει την αλήθεια για να μην τον στενοχωρήσει.
-Πάω με φωνάζουν. Θα τα πούμε, έτσι Μαγιούλα;
-Ναι Γιάννη θα τα πούμε, είπε η Μάγια χωρίς να αφήσει τη πίκρα να ακουστεί στη φωνή της.
Το καλοκαίρι πέρασε πολύ γρήγορα. Με το Γιάννη δε μπόρεσε να ξαναπάει για καφέ. Την άφηναν να βγαίνει νωρίς το απόγευμα με την Άντα, όχι όμως βράδυ. Ο Γιάννης δε μπορούσε εκείνη την ώρα. Είχε μάθει αλλιώς. Είχε άλλο πρόγραμμα. Συνέχισαν να μιλούν όποτε έβρισκαν ευκαιρία. Εξακολουθούσε να του πετάει χαρτάκια από το μπαλκόνι με καρδούλες και λογάκια γλυκά. Είχε νιώσει αγάπη η Μάγια, αλλά δεν είχε πει Σ’ αγαπώ. Και κείνη δεν ήξερε ακριβώς τι νιώθει και αν νιώθει κάτι αυτός. Δε του άφησε και πολλά περιθώρια για να της δείξει και να του δείξει τα αληθινά της αισθήματα. Πρώτη Σεπτεμβρίου θα τέλειωναν τα έργα. Η μαμά της είχε κανονίσει να πάνε για ψώνια στο διπλανό νομό. Τελευταία μέρα και δε θα τον έβλεπε. Δε θα τον χαιρετούσε. Έπιασε μια κόλλα χαρτί και έγραψε
1/9/1997
«Γιάννη μου,
Οι εργασίες σας κάτω από το σπίτι μου ξέρω ότι τέλειωσαν. Σήμερα δε θα μπορέσω να σε δω. Είχε η μαμά κανονίσει κάτι από πριν. Δε θέλω αυτό το γράμμα να είναι αποχαιρετιστήριο. Ξέρω ότι θα πας φαντάρος και θα λείπεις αρκετό διάστημα. Ελπίζω ότι όταν γυρίσεις θα ψάξεις να με βρεις. Θα με πονάει καθημερινά η απουσία σου. Δε ξέρω εσύ αν νιώθεις κάτι για μένα αλλά εγώ νιώθω κάτι πολύ δυνατό. Μέχρι να σε ξαναδώ εύχομαι να είσαι γερός και να περνάς καλά.
Δική σου,
Μάγια»
Το διάβασε. Το δίπλωσε και το έβαλε σε ένα φάκελο. Το επόμενο πρωί μέχρι η μαμά της να κατέβει τη σκάλα είχε αφήσει το φάκελο πάνω στο κάθισμα του μικρού τρακτέρ.
Όταν επέστρεψαν το μεσημέρι, τίποτα πια δεν υπήρχε. Ούτε μηχανήματα, ούτε θόρυβος, ούτε Γιάννης.
Έπιασε το σημειωματάριο της και έγραψε: «Παράλληλα, περπατάμε παράλληλα….»και από κάτω «και οι παράλληλες δε τέμνονται ποτέ αγάπη μου».

2 σχόλια:

thomai είπε...

Συγκινήθηκα πολύ, ένα ολόκληρο καλοκαίρι να μην βρεθούν, μεγάλη πίκρα πέρασε το κορίτσι. Και αυτός πάλι να μην της κάνει το χατίρι να βγει ένα απόγευμα για να βρεθούν; Αν αγαπάς δεν σκέφτεσαι τις ώρες, αυτή δηλαδή πως για χάρη του άργησε μια ολόκληρη ώρα και μπήκε τιμωρία.
Θύμωσα τώρα.

ΦΙΛΙΑ ΠΟΛΛΑ!!!

Σουζάνα Xατζηνικολάου είπε...

Όντως, συμφωνώ με τη Θωμαή. Αλλά πάλι, τί μπορεί να κάνει κι αυτός αφού εκείνη είναι κλεισμένη μέσα? Δύσκολα τα πράγματα. Από την άλλη, είναι αλήθεια ότι αν θέλεις κάποιον δεν αφήνεις τέτοια εμπόδια να μπουν στη μέση...