Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κεφάλαιο 4. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κεφάλαιο 4. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

Μια ιστορία χωρίς τίτλο/Κεφάλαιο 4


Η δουλειά πήγαινε όλο και καλύτερα. Δε μπορούσε πια να μη παραδεχτεί ότι ο Άγγελος ήταν ένας εξαιρετικός συνεργάτης. Τον είχε αδικήσει στην αρχή. Πήγαινε πάντα πρώτος και έφευγε τελευταίος. Είχαν κάνει άλματα εκείνο το διάστημα οι πωλήσεις.
Τα πάντα κυλούσαν στη ζωή της όπως τα είχε σχεδιάσει. Δε ζητούσε τίποτα περισσότερο. Ένα κρύο μεσημέρι του Δεκέμβρη την προσκάλεσε ο πατέρας της για φαγητό στο σπίτι. Χάρηκε ιδιαίτερα γιατί με τη ζωή που έκανε σπάνια πήγαινε πια στο πατρικό της.
Χτύπησε το κουδούνι και εμφανίστηκε στη πόρτα η Χρυσούλα. Η γυναίκα που βοήθησε όσο μπορούσε στην ανατροφή της και κρατούσε το σπίτι του πατέρας της. Της έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο και αναζήτησε τον πατέρα της στο σαλόνι.
Εκείνος καθισμένος μπροστά στο αναμμένο τζάκι την περίμενε καπνίζοντας.
- Ήρθες;
-Ναι! Άργησα λίγο γιατί σταμάτησα να αγοράσω τα αγαπημένα μας γλυκάκια.
-Τι μου θύμισες τώρα! Πόσες κούτες τρουφάκια έχουμε καταναλώσει;
-Άπειρες! Από μικρή ερχόμουν στην αγκαλιά σου για παρηγοριά και εσύ εκτός από τα γλυκά σου λόγια με τάιζες με το κιλό τα γλυκά. Τώρα που το σκέφτομαι καλά που δε με πάχυνες! Αστειεύομαι!
-Χαίρομαι που ήρθες παιδί μου. Ήθελα πολύ να μιλήσουμε.
-Και γω χαίρομαι που είμαι εδώ μπαμπά. Μου είχε λείψει η ζεστασιά του σπιτιού μας. Έγινε κάτι στην εταιρεία και πρέπει να το μάθω;
-Στην εταιρεία όλα πάνε ρολόι παιδί μου. Στη ζωή σου πώς είναι τα πράγματα;
-Μια χαρά είμαι! Γιατί ρωτάς;
-Σκέφτομαι μερικές φορές που είναι οι τόσες φίλες που ξημεροβραδιαζόσασταν στο δωμάτιο σου.
-Έχουν κάνει οικογένεια. Δε ταιριάζουν τα θέλω μας οπότε έχουμε απομακρυνθεί.
-Και συ; Εσύ πότε σκέφτεσαι να αλλάξεις ζωή και να φτιάξεις οικογένεια;
-Έχουμε καιρό. Μην ανησυχείς!
-Πατέρα σου είμαι παιδί μου και ανησυχώ βέβαια. Να μη δω κανένα εγγόνι και γω;
Η Μάγια προσπάθησε να κρύψει τη ταραχή της και αμέσως άλλαξε θέμα.
-Προς το παρόν λέω να πάμε να φάμε γιατί οι μυρωδιές από τη κουζίνα μου "σπάσανε" τη μύτη.
Προχώρησαν στη τραπεζαρία και κάθισαν απέναντι. Η Μάγια έπεσε με τα μούτρα στο καλομαγειρεμένο φαγητό πιο πολύ για να αποφύγει να συναντήσει το βλέμμα του πατέρα της.
-Σιγά παιδάκι μου θα πνιγείς! Πόσο καιρό έχεις να φας σπιτικό φαγητό;
-Δε θυμάμαι ακριβώς αλλά σπιτικό φαγητό σερβίρει και το εστιατόριο της γειτονιάς μου.
-Σε έχω κακομάθει Μαγιούλα μου. Με απορροφούσε τόσο πολύ η δουλειά και τώρα μόνο βλέπω πόσα λάθη έχω κάνει.
-Για μένα ήσουν και είσαι μάνα και πατέρας μαζί. Μη σκέφτεσαι βλακείες λοιπόν. Ό,τι έκανες το έκανες για μένα. Αν δεν μας είχε παρατήσει η ......
Έκοψε τη φράση της στη μέση. Ήξερε ότι ακόμα τον πλήγωνε το θέμα αυτό. Η μητέρα της 4 χρόνια μετά τη γέννηση της Μάγιας αποφάσισε να αλλάξει ζωή και τους εγκατέλειψε. Η συζήτηση επεκτάθηκε σε θέματα δουλειάς στη συνέχεια και αυτό ηρέμησε αρκετά και τους δύο. Ο πατέρας της ήταν πολύ ευχαριστημένος με τη δουλειά του Άγγελου. Ίσως να πίστευε ότι ήταν και καλός γαμπρός για τη Μάγια κάτι που η ίδια ούτε μπορούσε να διανοηθεί.
Βραδάκι πια έφυγε από το πατρικό της. Κατέληξε για ακόμα μια νύχτα στο γνωστό στέκι. Η συζήτηση με τον πατέρα της την είχε επηρεάσει. Η δυνατή μουσική και το ποτό που δεν αποχωρίστηκε μέχρι τα ξημερώματα την εμπόδισαν να ακούσει τις επίμονες κλησεις στο κινητό της.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2009

Κεφάλαιο 4
-Μάγια σήκω. Είναι 8 παρά τέταρτο. Τι ώρα περιμένεις να σηκωθείς;
-Αθηνά παράτα με. Νυστάζω..
-Μάγια εγώ σε 10 λεπτά φεύγω αν θες έλα μαζί μου ή μόνη σου. Αμάν πια.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι να προλάβει την Αθηνά γιατί δεν ήθελε να πηγαίνει μόνη τόσο δρόμο. Σε 10 λεπτά έτοιμες και οι 2 περπατούσαν για το σχολείο.
-Αυτόν έλεγες χτες; Αυτός σου αρέσει;
-Ναι, αυτός, είπε η Μάγια και κοίταξε στο τέλος του δρόμου που δούλευε ο Γιάννης ανεβασμένος σε ένα μικρό τρακτεράκι.
-Μάγια, ωραίος είναι και καταλαβαίνω πώς νιώθεις αλλά δεν είναι για σένα. Μπορεί να είναι 25 χρονών, τι δουλειά έχει με σένα που είσαι 16; Καλύτερα να τον ξεχάσεις. Για το καλό σου.
“Πώς μπορεί η Αθηνά και ο καθένας να ξέρει ποιο είναι το καλό μου. Αυτό θα το κρίνω μόνο εγώ. Μου αρέσει. Πρώτη φορά νιώθω τόσο όμορφα γιατί να πρέπει να το χαλάσω.”
Έφτασαν στο σχολείο και χωρίστηκαν. Την ώρα της προσευχής η Αίμη και η Άντα είχαν κολλήσει πίσω της και τη ρωτούσαν τι έγινε με τον κούκλο.
-Θα σας πω όταν σχολάσουμε, τώρα δεν είναι ώρα.
Δεν κράτησε πολύ το σχολείο. Πήραν το πρόγραμμα των εξετάσεων και όλα τα παιδιά ξεχύθηκαν στο προαύλιο.
-Μάγια θα μας σκάσεις λέγε πια.
-Μμμμ….μιλήσαμε χτες.
-Τι;;; Έλα λέγε πως έγινε.
Η Μάγια δεν είχε διάθεση να μιλήσει για αυτό. Είχε ακόμα στο μυαλό της τα λόγια της Αθηνάς που τη πλήγωναν. Να τους έλεγε και για αυτό ή όχι;
-Είχα βγει στο μπαλκόνι και ήρθε ακριβώς από κάτω. Μου είπε ότι τον λένε Γιάννη και ότι θα τα ξαναπούμε.
-Tέλειαααα. Μια χαρά τον βρίσκω. Άντρας παιδί μου με τα όλα του. Έκανε το πρώτο βήμα εκείνος. Just perfect! Αναφώνησε η Αίμη και συμφώνησε και η Άντα με ένα νεύμα του κεφαλιού.
-Μίλησα στην Αθηνά χτες σχετικά με το Γιάννη και με απογοήτευσε. Μου είπε να τον ξεχάσω.
-Γιατί;
-Δεν κάνει λέει για μένα. Είναι μεγάλος!
-Μεγάλος αλλά παίδαρος και ενδιαφέρεται οπότε δε βλέπω κάτι αρνητικό σε αυτή τη κατάσταση!!!
-Τέλος πάντων. Άστο Άντα, θα δω πως θα το χειριστώ. Λοιπόν εγώ πάω σπίτι να φτιάξω τα βιβλία, να βρω την ύλη και να στρωθώ στο διάβασμα. Χάλια το πρόγραμμά μας πάλι.
-Ε ναι βλακεία! Είναι δυνατόν να μας αφήνουν Σαββατοκύριακο με θρησκευτικά και μεσοβδόμαδα να πρέπει να διαβάσουμε Άλγεβρα.
-Χαχαχα. Πλάκα έχεις Αίμη γιατί εγώ Άλγεβρα δε θα έγραφα καλά και ένα μήνα να είχα να διαβάσω.
-Μάγια γλυκιά μου, εσένα δε σε κόβω έτσι και αλλιώς να διαβάζεις εκτός αν πάρεις το βιβλίο στο μπαλκόνι.
-Αφήστε τις κρυάδες τώρα. Έφυγα. Λοιπόν καλό διάβασμα. Φιλάκια.
-Γεια Μάγια.
-Bye και χαιρετίσματα ξέρεις που!
Απογοητευμένη με το πρόγραμμα των εξετάσεων και μπερδεμένη με τη κατάσταση με το Γιάννη έφτασε στο σπίτι της χωρίς καν να το καταλάβει. Τον έψαξε μα δεν τον είδε πουθενά.
Παρόλο που η μαμά της είχε φτιάξει παστίτσιο, το αγαπημένο της φαγητό, δε το έφαγε με όρεξη. Οι υπόλοιποι της οικογένειας φλυαρούσαν στο τραπέζι αλλά εκείνη δεν είχε διάθεση να συμμετέχει.
-Μάγια τι έχεις παιδί μου;
-Σκέφτομαι τις εξετάσεις μαμά.
-Ό,τι γράψεις παιδί μου, εμάς δε μας νοιάζει μέχρι εκεί που μπορείς, μη σκας κιόλα.
-Ναι μαμά.
Έφτιαξε τα βιβλία της με τη σειρά, βρήκε την ύλη και ενώ έπρεπε να πιάσει το βιβλίο και να αρχίσει το διάβασμα, δε μπορούσε να το πάρει απόφαση. Βγήκε στο μπαλκόνι. Ακόμα τίποτα. Άνοιξε τη τηλεόραση, χάζεψε λίγο εκεί αλλά το μυαλό της εξακολουθούσε να είναι αλλού. Βρήκε το μπλοκάκι της και έγραψε «Που πήγε, που πάει, γιατί δεν είναι εδώ να μου πει πως μ’ αγαπάει» γνωστό στίχο τραγουδιού της εποχής. Ζωγράφισε καρδούλες κόκκινες με βέλη. Ήταν ερωτευμένη! Πρώτη φορά στη ζωή της ένιωθε τόσο έντονο αυτό το συναίσθημα στη καρδιά της. Κάθε λίγο και λιγάκι έλεγε ωραίος ο Χάρης, και ο Νίκος και ο Γιώργος αλλά δεν είχε ποτέ νιώσει αυτό το μαγικό συναίσθημα. Κεραυνοβόλος έρωτας! Μονόπλευρος όμως ή όχι; Πώς μπορούσε να το ανακαλύψει;