Χαράματα πια φεύγοντας από το μπαρ και παραπατώντας από το ποτό άκουσε τον γνωστό ήχο του κινητού της και παραξενεύτηκε.
-Ναι; απάντησε μέσα στη νύστα και στο μεθύσι της.
-Μάγια κοριτσάκι μου...
-Χρυσούλα εσύ; Εσύ είσαι;
-Παιδί μου....
-Τι είναι, τι έπαθες Χρυσούλα μου; Γιατί κλαις; άρχισε να τρέχει κρύος ιδρώτας στο μέτωπό της.
-Ο μπαμπάς σου κορίτσι μου...λίγο μετά που έφυγες...σε πήρα τηλέφωνο πολλές φορές..
-Χρυσούλα τι λες; Δεν καταλαβαίνω τίποτα.
-Μάγια μου ο μπαμπάς σου έφυγε...
Λίγο το ποτό, λίγο ότι δεν ήθελε να καταλάβει αυτό που η Χρυσούλα άφησε να εννοηθεί συνέχισε να κάνει ερωτήσεις.
-Έφυγε; Και που πάει; Μα δε μου είπε τίποτα πριν.
-Παιδί μου προσπάθησε να καταλάβεις. Είμαστε στο νοσοκομείο. Ήταν ήδη αργά όταν ήρθαμε. Δε μπορούσαν να κάνουν πια τίποτα. Έφυγε από καρδιακή προσβολή.
Το κινητό της έπεσε από τα χέρια. Προς στιγμήν νόμιζε ότι δεν άκουσε καλά. Έσυρε τα πόδια της με δυσκολία και κάθισε σε ένα παγκάκι. Δεν έβλεπε τίποτα, τα μάτια είχαν θολώσει αλλά δεν ήταν από το ποτό. Το πρόσωπό της έκαιγε και το αίμα της λες και είχε σταματήσει να κυλά στις φλέβες της. Ήταν αδύνατον να πιστέψει ότι είχε χάσει τον μοναδικό άνθρωπο που είχε δίπλα της. Την κυρίευσαν οι τύψεις. Αν είχε μείνει και άλλη ώρα στο πατρικό της, αν άκουγε το κινητό της έγκαιρα, αν δεν είχε απογοητεύσει τον πατέρα της με τις επιλογές της μπορεί ακόμα να ζούσε. Κάποιοι άγνωστοι πέρασαν από δίπλα της και την ρώτησαν αν είναι καλά. Είχε χλωμιάσει και έτρεμε ολόκληρη. Με πολύ κόπο μπήκε στο αυτοκίνητο με προορισμό το νοσοκομείο.
Δε μπορούσε να φροντίσει τίποτα εκείνη. Η ψυχή της ήταν ένα μεγάλο κενό. Κανονίστηκαν όλα από τη Χρυσούλα και την Εύα για την επόμενη μέρα. Έκρυψε τα μάτια της μαζί με το πόνο της πίσω από τα γυαλιά ηλίου. Ο κόσμος ήταν πολύς. Γνωστός στους πάντες με την επιχειρηματική δραστηριότητα ο Μενέλαος Αθανασίου έφυγε με το καημό ότι δεν είδε τη κόρη του πραγματικά ευτυχισμένη. Όταν πια είχαν φύγει όλοι έμεινε αρκετή ώρα πάνω στο μνήμα του κλαίγοντας για τον άδικο χαμό του. Ήθελε τόσα πολλά να του πει. Και ήταν τόσο αργά πια.
Ένα χέρι ακούμπησε στον ώμο της και κείνη γύρισε με απορία. Σκούπισε τα μάτια της και κοίταξε τη γυναίκα που στέκονταν στο πλάι της χωρίς να την αναγνωρίσει.
-Μη κλαις άλλο παιδί μου. Σήκω να σε δω.
-Με συγχωρείτε, γνωριζόμαστε; Καλύτερα να με αφήσετε στην ησυχία μου και στο πόνο μου. είπε ενώ σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στην άγνωστη γυναίκα.
-Μάγια δε με αναγνώρισες;
-Όχι! Θα έπρεπε; είπε εκνευρισμένη. Ήθελε εκείνη την ώρα να μόνη της.
-Είμαι η μητέρα σου.
Η Μάγια την κοίταξε με δυσπιστία και το αίμα της ανέβηκε στο κεφάλι. Ποιά ήταν αυτή η γυναίκα που διάλεξε εκείνη τη δύσκολη στιγμή να της πει ότι ήταν η μητέρα της;
-Δεν έχω μάνα εγώ. Κάνετε λάθος!
-Δε με θυμάσαι γιατί πανε χρόνια που έχω να σε δω. Έμαθα για το χαμό του Μενέλαου και ήρθα να σε βρω.
-χαχαχα, κάγχασε η Μάγια. Και τώρα μας θυμήθηκες; Τόσα χρόνια που ήσουν;
-Πρέπει να βρεθούμε σε κάποιο άλλο μέρος να μιλήσουμε Μάγια. Είναι πολλά αυτά που πρέπει να πούμε.
-Έχασα τον μόνο άνθρωπο που είχα. Αυτόν που στάθηκε μάνα και πατέρας μαζί για μένα. Δε θέλω να ξέρω τίποτα άλλο. Για μένα έχεις πεθάνει εδώ και χρόνια.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο μνήμα γύρισε τη πλάτη της στην άγνωστη για κείνη γυναίκα και απομακρύνθηκε. Δε γύρισε πίσω της καθόλου και δεν την είδε που άφησε λουλούδια στο μνήμα του άντρα της με δάκρυα στα μάτια.
_-_A_Young_Girl_Defending_Herself_Against_Eros_(1880).jpg)