Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κεφάλαιο 5. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κεφάλαιο 5. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010

Ιστορία χωρίς τίτλο/Κεφάλαιο 5

Χαράματα πια φεύγοντας από το μπαρ και παραπατώντας από το ποτό άκουσε τον γνωστό ήχο του κινητού της και παραξενεύτηκε.
-Ναι; απάντησε μέσα στη νύστα και στο μεθύσι της.
-Μάγια κοριτσάκι μου...
-Χρυσούλα εσύ; Εσύ είσαι;
-Παιδί μου....
-Τι είναι, τι έπαθες Χρυσούλα μου; Γιατί κλαις; άρχισε να τρέχει κρύος ιδρώτας στο μέτωπό της.
-Ο μπαμπάς σου κορίτσι μου...λίγο μετά που έφυγες...σε πήρα τηλέφωνο πολλές φορές..
-Χρυσούλα τι λες; Δεν καταλαβαίνω τίποτα.
-Μάγια μου ο μπαμπάς σου έφυγε...
Λίγο το ποτό, λίγο ότι δεν ήθελε να καταλάβει αυτό που η Χρυσούλα άφησε να εννοηθεί συνέχισε να κάνει ερωτήσεις.
-Έφυγε; Και που πάει; Μα δε μου είπε τίποτα πριν.
-Παιδί μου προσπάθησε να καταλάβεις. Είμαστε στο νοσοκομείο. Ήταν ήδη αργά όταν ήρθαμε. Δε μπορούσαν να κάνουν πια τίποτα. Έφυγε από καρδιακή προσβολή.
Το κινητό της έπεσε από τα χέρια. Προς στιγμήν νόμιζε ότι δεν άκουσε καλά. Έσυρε τα πόδια της με δυσκολία και κάθισε σε ένα παγκάκι. Δεν έβλεπε τίποτα, τα μάτια είχαν θολώσει αλλά δεν ήταν από το ποτό. Το πρόσωπό της έκαιγε και το αίμα της λες και είχε σταματήσει να κυλά στις φλέβες της. Ήταν αδύνατον να πιστέψει ότι είχε χάσει τον μοναδικό άνθρωπο που είχε δίπλα της. Την κυρίευσαν οι τύψεις. Αν είχε μείνει και άλλη ώρα στο πατρικό της, αν άκουγε το κινητό της έγκαιρα, αν δεν είχε απογοητεύσει τον πατέρα της με τις επιλογές της μπορεί ακόμα να ζούσε. Κάποιοι άγνωστοι πέρασαν από δίπλα της και την ρώτησαν αν είναι καλά. Είχε χλωμιάσει και έτρεμε ολόκληρη. Με πολύ κόπο μπήκε στο αυτοκίνητο με προορισμό το νοσοκομείο.
Δε μπορούσε να φροντίσει τίποτα εκείνη. Η ψυχή της ήταν ένα μεγάλο κενό. Κανονίστηκαν όλα από τη Χρυσούλα και την Εύα για την επόμενη μέρα. Έκρυψε τα μάτια της μαζί με το πόνο της πίσω από τα γυαλιά ηλίου. Ο κόσμος ήταν πολύς. Γνωστός στους πάντες με την επιχειρηματική δραστηριότητα ο Μενέλαος Αθανασίου έφυγε με το καημό ότι δεν είδε τη κόρη του πραγματικά ευτυχισμένη. Όταν πια είχαν φύγει όλοι έμεινε αρκετή ώρα πάνω στο μνήμα του κλαίγοντας για τον άδικο χαμό του. Ήθελε τόσα πολλά να του πει. Και ήταν τόσο αργά πια.
Ένα χέρι ακούμπησε στον ώμο της και κείνη γύρισε με απορία. Σκούπισε τα μάτια της και κοίταξε τη γυναίκα που στέκονταν στο πλάι της χωρίς να την αναγνωρίσει.
-Μη κλαις άλλο παιδί μου. Σήκω να σε δω.
-Με συγχωρείτε, γνωριζόμαστε; Καλύτερα να με αφήσετε στην ησυχία μου και στο πόνο μου. είπε ενώ σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στην άγνωστη γυναίκα.
-Μάγια δε με αναγνώρισες;
-Όχι! Θα έπρεπε; είπε εκνευρισμένη. Ήθελε εκείνη την ώρα να μόνη της.
-Είμαι η μητέρα σου.
Η Μάγια την κοίταξε με δυσπιστία και το αίμα της ανέβηκε στο κεφάλι. Ποιά ήταν αυτή η γυναίκα που διάλεξε εκείνη τη δύσκολη στιγμή να της πει ότι ήταν η μητέρα της;
-Δεν έχω μάνα εγώ. Κάνετε λάθος!
-Δε με θυμάσαι γιατί πανε χρόνια που έχω να σε δω. Έμαθα για το χαμό του Μενέλαου και ήρθα να σε βρω.
-χαχαχα, κάγχασε η Μάγια. Και τώρα μας θυμήθηκες; Τόσα χρόνια που ήσουν;
-Πρέπει να βρεθούμε σε κάποιο άλλο μέρος να μιλήσουμε Μάγια. Είναι πολλά αυτά που πρέπει να πούμε.
-Έχασα τον μόνο άνθρωπο που είχα. Αυτόν που στάθηκε μάνα και πατέρας μαζί για μένα. Δε θέλω να ξέρω τίποτα άλλο. Για μένα έχεις πεθάνει εδώ και χρόνια.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο μνήμα γύρισε τη πλάτη της στην άγνωστη για κείνη γυναίκα και απομακρύνθηκε. Δε γύρισε πίσω της καθόλου και δεν την είδε που άφησε λουλούδια στο μνήμα του άντρα της με δάκρυα στα μάτια.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009

Κεφάλαιο 5
Παρασκευή πρωί. Δε φαινόταν να θέλει να ξυπνήσει. Ναι μεν είχε διάβασμα αλλά είχε μέρες για αυτό. Προτιμούσε να κλείσει τα μάτια της και να συνεχίσει να ονειρεύεται. Έφτιαχνε τα όνειρά της όπως τα ήθελε εκείνη. Ο Γιάννης και η Μάγια αγκαλιά στο ηλιοβασίλεμα, να αγναντεύουν τη θάλασσα μέχρι ο ήλιος να χαθεί μέσα της. Να νιώθει το σώμα της τόσο κοντά στο δικό του. Να τη σφίγγει πάνω του και κείνη να λιώνει και να εύχεται να μη τελειώσει ποτέ αυτή η στιγμή.
Η ώρα ήταν περασμένη μέχρι να αποφασίσει να αφήσει το μαλακό κρεβατάκι της. Η Αθηνά είχε ξυπνήσει από νωρίς και διάβαζε ήδη. Πώς να βγει τώρα στο μπαλκόνι και να μην την πάρει είδηση; Γύρισε στο δωμάτιό της. Πήρε ένα κομμάτι ροζ χαρτί αλληλογραφίας και έγραψε «Καλημέρα! Δε σε είδα χτες και μου έλειψες απίστευτα. Από σήμερα πρέπει να στρωθώ στο διάβασμα για τις εξετάσεις. Δε θα έχω πολύ χρόνο να σε βλέπω ούτε καν από το μπαλκόνι. Μη με ξεχάσεις όμως, εγώ δε σε βγάζω στιγμή από το μυαλό μου. Σε φιλώ! Υ.Γ. Μη ξεχάσεις να το πετάξεις και το βρει καμιά μαμά στη τσέπη σου». Βγήκε αποφασιστικά έξω. Στάθηκε τυχερή. Ήταν σχεδόν κάτω από το μπαλκόνι της. Χωρίς να του μιλήσει, γνέφοντας μόνο καλημέρα άπλωσε το χέρι της και πέταξε το χαρτάκι στο δρόμο. Ξαφνιασμένος ο Γιάννης έσκυψε και το μάζεψε. Το άνοιξε με γρήγορες κινήσεις, το διάβασε και σήκωσε το κεφάλι προς το μπαλκόνι. Χαμογέλασε. Ανοιγόκλεισε το στόμα λέγοντας «Καλή επιτυχία. Θα τα πούμε» και απομακρύνθηκε. Αποστολή εξετελέσθη. Αυτό τον τρόπο αποφάσισε η Μάγια να υιοθετήσει για να επικοινωνεί μαζί του όλες τις μέρες των εξετάσεων.
Έπιασε το βιβλίο των θρησκευτικών και ήρεμη πια ότι είχε καταφέρει να συνεννοηθεί μαζί του, άρχισε να διαβάζει μέχρι αργά το βράδυ. Το Σαββατοκύριακο πέρασε αρκετά ήσυχα. Έριξε μια ματιά στα μαθήματα των υπόλοιπων ημερών και τη Δεύτερα ξεκίνησε έτοιμη για το πρώτο μάθημα.