
Κεφάλαιο 9
Στη Δευτέρα λυκείου έπρεπε να ακολουθήσει κάποια κατεύθυνση. Αποφάσισε λοιπόν να παρακολουθεί τα φιλολογικά μαθήματα, εφόσον εκεί ήταν καλύτερη. Άλλωστε ήθελε να γίνει νηπιαγωγός. Δεν την ενδιέφερε τίποτα άλλο. Η Άντα πέρασε από το σπίτι της να πάνε σχολείο μαζί.
Η Αθηνά είχε τελειώσει το σχολείο με πολύ καλό βαθμό απολυτηρίου αλλά δεν είχε καταφέρει να συγκεντρώσει τη βαθμολογία ώστε να περάσει στη φιλολογία και έτσι διάβαζε ξανά για πανελλήνιες. Η μικρή Αναστασία πήγε Β΄ Δημοτικού. Άριστη μαθήτρια, φίλες δεν είχε, έκανε παρέα μόνο με αγόρια προφανώς επειδή είχαν κοινά ενδιαφέροντα. Όπως το ποδόσφαιρο.Ήταν πολύ ζωηρό παιδί. Όλοι οι δάσκαλοι έλεγαν ότι ήταν πρόθυμη και ευγενική. Στο σπίτι έβγαζε τον άλλο της εαυτό. Δεν άφηνε κανένα σε ησυχία. Παντού είχε μπάλες του Παναθηναϊκού και τις κλωτσούσε πέρα δώθε.
-Καλημέρα Άντα.
-Καλώς τη, καλημέρα. Όλα καλά;
-Ναι καλά είμαι, εσύ;
-Καλά και γω. Ρε Μάγια, μου φάνηκε ότι αυτό το καλοκαίρι πέρασε τόσο γρήγορα.
-Εμένα πάλι αργά και βασανιστικά.
-Δεν είχες κανένα νέο;
-Όχι. Δεν τον έχω δει από αρχές του μήνα.
-Λες να έφυγε φαντάρος;
-Μπα, δε νομίζω. Ποιο μήνα παρουσιάζονται;
-Ιδέα δεν έχω.
-Ούτε εγώ. Αλλά Άντα ας μη κοροϊδευόμαστε. Ακόμα και αν ενδιαφέρθηκε κάποια στιγμή πώς να με αναζητήσει αφού ένα ολόκληρο καλοκαίρι δε βρεθήκαμε ποτέ; Ο Γιάννης είναι από τους άντρες που μπορούν να έχουν όποια θέλουν, γιατί να κολλήσει μαζί μου;
-Τι να σου πω ρε Μάγια, δε ξέρω. Πάντως κρίμα. Ωραίο παιδί και καλό.
Με το που έφτασαν στη πόρτα του σχολείου πετάχτηκε η Αίμη καταπάνω τους. Φιλιά, αγκαλιές.
-Σιγά ρε Αίμη, με τρόμαξες.
-Αργήσατε ζουζούνες, έχει χτυπήσει το κουδούνι για προσευχή. Πάμε.
Μετά τη προσευχή και τον αγιασμό, τους χώρισαν σε τμήματα. Απογοήτευση. Ούτε με την Αίμη, ούτε με την Άντα. Και όχι μόνο δεν ήταν στο ίδιο τμήμα, ούτε καν στο ίδιο κτίριο. Τελείως άγνωστα παιδιά. Μόνο κάπου ξεχώρισε την Έλλη, μια συμμαθήτρια από το δημοτικό. Μπήκαν στην αίθουσα. Όλοι είχαν κάποιον να μιλήσουν και μόνο αυτή κοντοστέκονταν στην πόρτα για να δει που μπορεί να καθήσει. Τα θρανία ήταν φτιαγμένα «Π». Η Έλλη της έκανε νόημα ότι είναι μόνη στο θρανίο και έτσι χάρηκε που τουλάχιστον θα είναι με κάποια που ξέρει. Δίπλα τους καθόταν η Ρένα και η Γωγώ. Δε τις ήξερε από πέρυσι και απέναντι αλλά αρκετά κοντά η Ελένη και η Πόπη. Δε θα κάνανε μάθημα. Θα έμεναν όμως λίγες ώρες για να πάρουν πρόγραμμα και να γνωρίσουν κάποιους από τους καινούριος καθηγητές. Μπήκε πρώτα η κυρία Παπαδάκη. Η φιλόλογος τους. Πήρε παρουσίες και άρχισε να μιλάει για το πώς θα είναι το μάθημα της και τι απαιτήσεις είχε από τα παιδιά. Μετά τη πρώτη ώρα, έφυγαν.
-Μάγια που σε έχουν πάει ρε;
-Έχουμε στο τμήμα μια κοπέλα με αναπηρία στα πόδια. Θα μείνουμε στο ισόγειο όλο το χρόνο. Και μάλιστα στο κτίριο της πρώτης.
-Κρίμα, έλεγα ότι θα είμαστε και οι 3 μαζί.
-Μαζί είστε με την Αίμη;
-Ναι. Αλλά θα τα λέμε στα διαλείμματα. Μην ανησυχείς.
Και όμως ανησυχούσε για κάποιο λόγο που δε θα αργούσε να μάθει. Κουβάλησαν τα βιβλία στα χέρια τους μέχρι το σπίτι της Μάγιας και χωρίστηκαν.
-Μάγια τα λέμε αύριο στο σχολείο. Δε θα περάσω πιο πριν από δω.
-Ναι Άντα, τα λέμε σχολείο.
Τακτοποίησε τα βιβλία της, και έβαλε στη τσάντα όσα θα χρειάζονταν για την επόμενη μέρα, αφού πρώτα τα ξεφύλλισε γρήγορα για να δει πως είναι.
Στη Δευτέρα λυκείου έπρεπε να ακολουθήσει κάποια κατεύθυνση. Αποφάσισε λοιπόν να παρακολουθεί τα φιλολογικά μαθήματα, εφόσον εκεί ήταν καλύτερη. Άλλωστε ήθελε να γίνει νηπιαγωγός. Δεν την ενδιέφερε τίποτα άλλο. Η Άντα πέρασε από το σπίτι της να πάνε σχολείο μαζί.
Η Αθηνά είχε τελειώσει το σχολείο με πολύ καλό βαθμό απολυτηρίου αλλά δεν είχε καταφέρει να συγκεντρώσει τη βαθμολογία ώστε να περάσει στη φιλολογία και έτσι διάβαζε ξανά για πανελλήνιες. Η μικρή Αναστασία πήγε Β΄ Δημοτικού. Άριστη μαθήτρια, φίλες δεν είχε, έκανε παρέα μόνο με αγόρια προφανώς επειδή είχαν κοινά ενδιαφέροντα. Όπως το ποδόσφαιρο.Ήταν πολύ ζωηρό παιδί. Όλοι οι δάσκαλοι έλεγαν ότι ήταν πρόθυμη και ευγενική. Στο σπίτι έβγαζε τον άλλο της εαυτό. Δεν άφηνε κανένα σε ησυχία. Παντού είχε μπάλες του Παναθηναϊκού και τις κλωτσούσε πέρα δώθε.
-Καλημέρα Άντα.
-Καλώς τη, καλημέρα. Όλα καλά;
-Ναι καλά είμαι, εσύ;
-Καλά και γω. Ρε Μάγια, μου φάνηκε ότι αυτό το καλοκαίρι πέρασε τόσο γρήγορα.
-Εμένα πάλι αργά και βασανιστικά.
-Δεν είχες κανένα νέο;
-Όχι. Δεν τον έχω δει από αρχές του μήνα.
-Λες να έφυγε φαντάρος;
-Μπα, δε νομίζω. Ποιο μήνα παρουσιάζονται;
-Ιδέα δεν έχω.
-Ούτε εγώ. Αλλά Άντα ας μη κοροϊδευόμαστε. Ακόμα και αν ενδιαφέρθηκε κάποια στιγμή πώς να με αναζητήσει αφού ένα ολόκληρο καλοκαίρι δε βρεθήκαμε ποτέ; Ο Γιάννης είναι από τους άντρες που μπορούν να έχουν όποια θέλουν, γιατί να κολλήσει μαζί μου;
-Τι να σου πω ρε Μάγια, δε ξέρω. Πάντως κρίμα. Ωραίο παιδί και καλό.
Με το που έφτασαν στη πόρτα του σχολείου πετάχτηκε η Αίμη καταπάνω τους. Φιλιά, αγκαλιές.
-Σιγά ρε Αίμη, με τρόμαξες.
-Αργήσατε ζουζούνες, έχει χτυπήσει το κουδούνι για προσευχή. Πάμε.
Μετά τη προσευχή και τον αγιασμό, τους χώρισαν σε τμήματα. Απογοήτευση. Ούτε με την Αίμη, ούτε με την Άντα. Και όχι μόνο δεν ήταν στο ίδιο τμήμα, ούτε καν στο ίδιο κτίριο. Τελείως άγνωστα παιδιά. Μόνο κάπου ξεχώρισε την Έλλη, μια συμμαθήτρια από το δημοτικό. Μπήκαν στην αίθουσα. Όλοι είχαν κάποιον να μιλήσουν και μόνο αυτή κοντοστέκονταν στην πόρτα για να δει που μπορεί να καθήσει. Τα θρανία ήταν φτιαγμένα «Π». Η Έλλη της έκανε νόημα ότι είναι μόνη στο θρανίο και έτσι χάρηκε που τουλάχιστον θα είναι με κάποια που ξέρει. Δίπλα τους καθόταν η Ρένα και η Γωγώ. Δε τις ήξερε από πέρυσι και απέναντι αλλά αρκετά κοντά η Ελένη και η Πόπη. Δε θα κάνανε μάθημα. Θα έμεναν όμως λίγες ώρες για να πάρουν πρόγραμμα και να γνωρίσουν κάποιους από τους καινούριος καθηγητές. Μπήκε πρώτα η κυρία Παπαδάκη. Η φιλόλογος τους. Πήρε παρουσίες και άρχισε να μιλάει για το πώς θα είναι το μάθημα της και τι απαιτήσεις είχε από τα παιδιά. Μετά τη πρώτη ώρα, έφυγαν.
-Μάγια που σε έχουν πάει ρε;
-Έχουμε στο τμήμα μια κοπέλα με αναπηρία στα πόδια. Θα μείνουμε στο ισόγειο όλο το χρόνο. Και μάλιστα στο κτίριο της πρώτης.
-Κρίμα, έλεγα ότι θα είμαστε και οι 3 μαζί.
-Μαζί είστε με την Αίμη;
-Ναι. Αλλά θα τα λέμε στα διαλείμματα. Μην ανησυχείς.
Και όμως ανησυχούσε για κάποιο λόγο που δε θα αργούσε να μάθει. Κουβάλησαν τα βιβλία στα χέρια τους μέχρι το σπίτι της Μάγιας και χωρίστηκαν.
-Μάγια τα λέμε αύριο στο σχολείο. Δε θα περάσω πιο πριν από δω.
-Ναι Άντα, τα λέμε σχολείο.
Τακτοποίησε τα βιβλία της, και έβαλε στη τσάντα όσα θα χρειάζονταν για την επόμενη μέρα, αφού πρώτα τα ξεφύλλισε γρήγορα για να δει πως είναι.
4 σχόλια:
Τί μου θύμισες τώρα... Πρώτη μέρα στο σχολείο... Με πήγες τόσο πίσω... (καλά όχι και τόσο, μην υπερβάλλουμε χιχιχι)
Τα τριαντάφυλλά σου υπέροχα... Παραμυθένια!!!!
Οχ! Δεν ξέρω, βλέπω την πρώτη πίκρα να έρχεται; Ελπίζω τουλάχιστον να μην νοιώσει προδομένη μη μικρή Μάγια!!!
Πρώτη μέρα στο σχολείο. Πόσο μου άρεσε η μυρωδιά από τα καινούρια βιβλία….
Καλό ήταν Μαράκι αλλά μας το έκοψες πολύ απότομα, περιμένω την συνέχεια.
Φιλιά
aderfula m,n ksereis oti s latreuo k sena k tin mikri mas k t niko...na ste panta kala oloi,agapimenoi k perimeno n m ksanakaneis sintoma n klaio apo xara pou tha gino theia gia 3i fora...makia polla!
Δημοσίευση σχολίου