Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009


(Κάποια λάθη μας, σκοτώνουν τον έρωτα)
Κεφάλαιο 13
Έμεινε αρκετή ώρα στο κρεβάτι το πρωί του Σαββάτου σκεπτόμενη τι ρούχα θα βάλει στο σχολικό χορό. Ήθελε να είναι όμορφη, ξεχωριστή και να ζήσει κάτι μοναδικό εκείνο το βράδυ.
Έβγαλε όλα τα ρούχα από τη ντουλάπα και έκανε πρόβες μπροστά στο καθρέπτη. Έπρεπε οπωσδήποτε να φορέσει φούστα. Θα έκανε λίγο κρύο αλλά «μπρος τα κάλλη τι είναι το κρύο» σκέφτηκε. Αυτή η νύχτα θα ήταν σημαδιακή. Το ήξερε. Ίσως έπαιρνε το πρώτο της φιλί.
«Αχχχ! Κάνε Θεέ μου να νυχτώσει» επαναλάμβανε διαρκώς από μέσα της. Μετά το μεσημεριανό φαγητό, άρχισε να φτιάχνει τα μαλλιά της, να περιποιείται το σώμα της και μετρούσε με αγωνία τα λεπτά μέχρι να πάει 10 η ώρα.
-Μάγια να ετοιμαζόμαστε σιγά σιγά. Θα μας περιμένει η Βάσω έξω από το κλαμπ. Τι θα φορέσεις; Βρήκες;
-Ναι βρήκα τι θα βάλω. Θα περάσει η Άντα και η Αίμη από δω να μας πάρει. Πάμε να ντυθούμε. Θα αργήσουμε.
Έφτασαν στο κλαμπ. Ήταν ήδη γεμάτο. Καπνός, χορός, ποτά, δυνατή μουσική. Στριμώχτηκαν σε μια γωνία. Η Αθηνά με τη Βάσω έπιναν coca cola, και χάζευαν δεξιά και αριστερά κουτσομπολεύοντας τους πάντες. Η Μάγια κόντευε να σκάσει. Στο σημείο που ήταν δε φαινόταν η είσοδος. Ίσως να ήταν και κείνος εκεί και να μην τον είχε ακόμα δει. Ψιθύρισε κάτι στο αυτί της Άντας και εκείνη γύρισε προς το μέρος της Αθηνάς και είπα φωναχτά για να ακουστεί μέσα στο θόρυβο.
-Πάω με τη Μάγια λίγο πιο μπροστά να δούμε κάποιες συμμαθήτριες μας. Μη φύγετε από δω και σας ψάχνουμε, θα ξαναγυρίσουμε.
-Τέλεια τα κατάφερες ρε, ευχαριστώ. Τι θα έκανα χωρίς εσένα; της είπε η Μάγια στο αυτί.
-Σιγά ρε Μάγια, έλα πάμε να δούμε αν ήρθε.
Κοίταξαν προς όλες τις μεριές. Κόσμος πολύς. Μεγάλοι και μικροί. Αλλά ο Γιάννης πουθενά. Γύρισε η Μάγια με απογοήτευση προς την Άντα.
-Δε θα έρθει Άντα, άδικα περιμένω, είπε και γύρισε τη πλάτη της έτοιμη να γυρίσει πίσω με την αδερφή της.
Η Άντα είχε καρφωμένο το βλέμμα της στην είσοδο. Της χαμογέλασε.
-Δεν περίμενες άδικα Μάγια. Κοίτα στην πόρτα.
-Αααα, δε το πιστεύω! Γιάννη εδώ………….έκανε νόημα με το χέρι της σηκώνοντας το ψηλά.
Τις είδε γρήγορα καθώς έψαχνε και αυτός με το βλέμμα του γύρω γύρω.
-Καλησπέρα κορίτσια. Ομορφιές βλέπω, είπε κοιτώντας τη Μάγια από πάνω έως κάτω.
Τελικά είχε πετύχει. Του άρεσε. Το μοβ μπλουζάκι διέγραφε το μικρό αλλά στητό στήθος της, τόνιζε τους κοιλιακούς και τη μέση της. Η στενή, κοντή μαύρη φούστα της, άφηνε τα πόδια της να φαίνονται ακόμα πιο μακριά.
-Και συ είσαι ένα κουκλί, του ψιθύρισε στο αυτί ανασηκώνοντας το σώμα της στις μύτες των ποδιών της.
Άγγιξε σχεδόν το πρόσωπο του, μύρισε το άρωμα του. Πρώτη φορά ήταν τόσο κοντά του. Τον ήθελε. Τον ήθελε τόσο πολύ. Ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνάει όλο της το είναι.
Παρήγγειλαν ποτά και οι τρεις. Σε άλλη περίπτωση δε θα έπιναν αλκοόλ αλλά σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε να φανεί μαμόθρεπτο. Αναγκαστικά πήρε μια βότκα. Δεν είχε ξαναπιεί αλλά αυτό ήταν το πρώτο ποτό που της ήρθε στο μυαλό.
Η μουσική γινόταν δυνατότερη. Οι ρυθμοί αυξάνονταν. Μόλις είχε ξεκινήσει το ελληνικό πρόγραμμα. Άφησε η Μάγια το ποτό της σε ένα τραπεζάκι και άρχισε να λικνίζεται γύρω από το Γιάννη σε ένα τσιφτετέλι αργό, ερωτικό. Δεν ήξερε αν την είχε μεθύσει το ποτό ή ο έρωτας. Της έπιασε το χέρι, τη τράβηξε προς το μέρος του και της ζήτησε να βγουν λίγο έξω. Ήθελε και κείνη να βρεθούν μόνοι, αλλά είχε το νου της και στην Αθηνά. Φοβόταν τόσο μήπως της χαλάσει αυτό το όνειρο που ζούσε. Ξεκίνησαν να βγαίνουν έξω από το κλαμπ. Ή Άντα έμεινε μέσα να δει αν τύχει και τις ψάξει η Αθηνά.
«Καταιγίδα στο μυαλό μου ξέσπασε μόλις σε είδα», έπαιζε εκείνο το τραγούδι και γυρνώντας προς το μέρος του, του έκανε νόημα ότι ακριβώς αυτό της είχε συμβεί. Εντελώς τυχαία εκείνη τη στιγμή έμπαινε στο κλαμπ ο Τόλης με τη Σοφία και σταμάτησαν απότομα μπροστά στην εικόνα της Μάγιας και του Γιάννη που φλέρταραν με τα μάτια τους.
-Κρυώνεις; Να σου δώσω το σακάκι μου;
-Όχι είμαι μια χαρά. Ευχαριστώ. Μόνο που δεν ακούω τίποτα. Έχουν βουλώσει τα αυτιά μου από τη μουσική.
Λίγα ακόμα παιδιά ήταν μαζεμένα έξω. Ο Γιάννης ακούμπησε τη πλάτη του σε ένα τοίχο, ακριβώς μπροστά από εκείνη. Ένιωθε αμηχανία. Δεν ήξερε αν έπρεπε να κάνει κάτι και κείνη. Έμειναν αρκετή ώρα αμίλητοι.
-Γιατί δε μιλάς; Έχεις κάτι;
-Όχι τίποτα. Απλά ανησυχώ μήπως με ψάχνει η αδερφή μου. Είναι μέσα. Και από μέσα της σκεφτόταν «γιατί δε με φιλάει;» «γιατί δε με βάζει μέσα στα στιβαρά του χέρια;» «τι πρέπει να κάνω;»
-Μαγιούλα πάμε μέσα. Δε μπορώ να σε βλέπω σκεπτική. Έλα.
Άρχισε να τον ακολουθεί. Δεν ήθελε. Ακόμα και αν είχε άγχος για την Αθηνά, ήθελε να μείνει μαζί του και κείνος να κάνει κάποια κίνηση. Είδε την Αίμη να έρχεται κατά πάνω τους.
-Σε ψάχνει η Αθηνά. Είναι ώρα να φεύγουμε λέει.
Ο Γιάννης κατάλαβε. Τη κοίταξε στα μάτια και είπε «Δε πειράζει, την άλλη φορά, καληνύχτα Μάγια».
-Καληνύχτα Γιάννη. Συγνώμη.
Εκείνος της χαμογέλασε και απομακρύνθηκε.
Λίγο αργότερα στο κρεβάτι της, κατηγορούσε τον εαυτό της για το πόσο δειλή ήταν και δεν έδειξε αυτό που πραγματικά ένιωθε και αναζητούσε. Έκλαψε πολύ μέχρι που την πήρε ο ύπνος.

3 σχόλια:

Σουζάνα Xατζηνικολάου είπε...

Δεν ήταν δειλή η Μαγιούλα μας... απλώς άπειρη :))
Kι αυτός όμως δεν ήταν λιγότερο άσχετος μου φαίνεται... αντί να τη φιλήσει καθόταν και περίμενε. Αφού το πράγμα ήταν ολοφάνερο!!! Τί περίμενε δηλαδή?
Αααα... μου φαίνεται ότι χρειάζεται λίγη περισσότερη αυτοπεποίθηση! Τί άλλο να κάνει το κορίτσι? Του έδωσε ραβασάκια, βγήκε μαζί του για καφέ, τον κάλεσε στο χορό, τί περιμένει δηλαδή κι εκείνος?
Εσύ τί λες Θωμαή? Δίκιο δεν έχω?

Maya είπε...

Μμμμ τώρα που το λες δεν έχεις και άδικο. Σαν πολλα δεν εκανε για κείνον!!!;;;Έπρεπε να τον φιλήσει κιόλα;

thomai είπε...

Δίκιο έχεις Σούζη μου, είπαμε είμαστες άπειρες αλλά και αυτός δεν πάει πίσω.
Ίσως όμως δεν ήθελε και αυτός να την φιλήσει πρώτη φορά μπροστά σε τόσο κόσμο, πόσο μάλλον στους συμμαθητές της.
Σκέφτομαι ότι είναι και αυτός ρομαντικός, δεν προχωράει όμως και αυτό με ανησυχεί.
Τι θα γίνει βρε Μαράκι αυτός ο έρωτας έτσι θα μείνει;