
Κεφάλαιο 17
Αρχές Αυγούστου. Είχε συμφωνήσει με τη Μαρίνα και το Νίκο την ώρα για το πάρτι. Συναντήθηκαν κατά τις 21:00, 100 μόλις μέτρα από τη θάλασσα και άρχισαν να περπατάνε. Από μακριά φαινόταν οι φωτιές που είχαν ανάψει όσοι είχαν φτάσει ήδη και ακούγονταν δυνατά η μουσική τόσο που σε ξεσήκωνε να χορέψεις στη μέση του δρόμου. Μόλις έφτασαν χωρίστηκαν για λίγη ώρα επειδή ο καθένας βρήκε γνωστούς του, που δεν περίμενε. Η Μάγια και ο Νίκος τέλειωσαν πρώτοι με τις χειραψίες και περίμεναν τη Μαρίνα. Ο Νίκος έπινε ήδη το δεύτερο ουίσκι. Εντύπωση της έκανε που έπινε τόσο. Εκείνος όμως έπινε για να ξεχάσει το άγχος που είχε για κείνα που θα επακολουθούσαν.
-Μέχρι να έρθει η Μαρίνα, περπατάμε λίγο;
-Ναι πάμε, ας μην στεκόμαστε έτσι άπραγοι.
Το Αυγουστιάτικο φεγγάρι έδινε μια χρυσοκίτρινη μορφή στο καθετί πάνω στη γη. Τα μικρά κυματάκια λαμπίριζαν κάτω από το φως του και τα κοχυλάκια ξεχώριζαν ανάμεσα στην άμμο. Έβγαλαν τα παπούτσια τους και περπατούσαν εκεί που έσκαγε το κύμα. Μιλούσαν για θέματα διάφορα. Κάποια στιγμή ο Νίκος πρότεινε να καθίσουν σε μια ξαπλώστρα. Προχώρησαν και κάθισαν και οι δυο αφήνοντας μια μικρή απόσταση μεταξύ τους. Ο Νίκος έμεινε για πολύ ώρα σκεφτικός και αμίλητος. Η Μάγια δεν ήξερε τι μπορούσε να πει για να σπάσει τον πάγο. Λίγο αργότερα…
-Μάγια;
-Ναι!
-Εγώ έχω καιρό που χώρισα με την Ελένη. Δεν είχαμε και κάτι ουσιαστικό δηλαδή, δεν ήταν αυτό που έψαχνα.
-Το έμαθα Νίκο, αλλά μη στενοχωριέσαι. Θα βρεις κάτι καλύτερο. Ωραίο παιδί είσαι και κυρίως σοβαρό και μετρημένο.
-Για αυτό ακριβώς σου μιλάω. Με ενδιαφέρει μια κοπέλα, αλλά δε μπορώ να της το πω. Δυσκολεύομαι γιατί εκείνη δε ξέρω αν ενδιαφέρεται.
-Είμαι της γνώμης ότι «ο τολμών νικά». Δεν έχεις να κάνεις τίποτα άλλο από να τη ρωτήσεις.
-Έχεις δίκιο. Λοιπόν Μάγια, ενδιαφέρεσαι να είμαστε μαζί;
Κεραμίδα της ήρθε της καημένης. Ένα χρόνο τώρα σκεφτόταν ότι ο Νίκος χαραμίζεται με την Ελένη και στενοχωριόταν που δεν της έδωσε ποτέ σημασία. «Και τώρα της ζητάει να είναι μαζί; Τι να απαντήσει; Ο Γιάννης; Τι νιώθει για το Γιάννη; Έχει καμιά ελπίδα ή πρέπει και κείνη να κοιτάξει το δικό της μέλλον; Ήταν μικρή ακόμα βέβαια, μόλις 19, είχε χρόνο να βρει τον «τέλειο». Και αν ο Νίκος ήταν ο τέλειος; Θα έχανε την ευκαιρία; Να μην δοκιμάσει τη τύχη της; Άργησε να απαντήσει τόσο πολύ που ο Νίκος ήπιε το ουίσκι μονομιάς μήπως και γίνει η αναμονή του ευκολότερη.
-Νίκο ξέρω πόσο καλό παιδί είσαι και η αλήθεια είναι ότι θα ήθελα να είμαστε μαζί και όπου μας βγάλει, έτσι;
Με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά γύρισε και τη κοίταξε ο Νίκος. Δεν είπε τίποτα. Της έδωσε μερικές κόλλες χαρτί με μαντινάδες γραμμένες για κείνη, που μόνος είχε συνθέσει. Όταν λύθηκε η γλώσσα τους, άρχισαν να μιλάνε ατελείωτα. Για τις οικογένειες τους, για τους φίλους του, για τη ζωή τους. Οι πρώτες πρωινές ώρες τους βρήκαν να μιλάνε ακόμα. Λες και έπρεπε εκείνο το βράδυ να μάθουν τα πάντα. Ένα δροσερό αεράκι φύσηξε στο πρόσωπο τους και η Μάγια ανατρίχιασε. Ο Νίκος προστατευτικός ακούμπησε το χέρι του στους ώμους της και κείνη έγειρε το κεφάλι της στον δικό του.
-Νίκοοοο, Μάγιααα, που είστε παιδιά;
-Μας ψάχνει η Μαρίνα. Την είχα ξεχάσει τελείως.
-Χαχα και γω αλλά δε τη πειράζει.
Τους πλησίασε και με ένα πονηρό χαμόγελο είπε στο Νίκο:
-Εντάξει; Όλα καλά;
-Α! στο κόλπο ήσουν πουλάκι μου, της είπε η Μάγια μισοαστεία, μισοσοβαρά και άρχισαν να κυνηγιούνται στη παραλία με φωνές και γέλια.
Έφυγαν μαζί. Η Μάγια αντάλλαξε τηλέφωνο με το Νίκο και του είπε ότι θα μιλούσαν σύντομα.
Μπήκε στο δωμάτιο της αφήνοντας άμμο σε όλο το σπίτι. Φόρεσε τις πιτζάμες της και άρχισε να διαβάζει τις μαντινάδες. Ήταν τόσο ρομαντικές και τρυφερές. Χάρηκε πολύ για την απόφαση που είχε πάρει. Σίγουρα ο Νίκος άξιζε μια ευκαιρία.
Αρχές Αυγούστου. Είχε συμφωνήσει με τη Μαρίνα και το Νίκο την ώρα για το πάρτι. Συναντήθηκαν κατά τις 21:00, 100 μόλις μέτρα από τη θάλασσα και άρχισαν να περπατάνε. Από μακριά φαινόταν οι φωτιές που είχαν ανάψει όσοι είχαν φτάσει ήδη και ακούγονταν δυνατά η μουσική τόσο που σε ξεσήκωνε να χορέψεις στη μέση του δρόμου. Μόλις έφτασαν χωρίστηκαν για λίγη ώρα επειδή ο καθένας βρήκε γνωστούς του, που δεν περίμενε. Η Μάγια και ο Νίκος τέλειωσαν πρώτοι με τις χειραψίες και περίμεναν τη Μαρίνα. Ο Νίκος έπινε ήδη το δεύτερο ουίσκι. Εντύπωση της έκανε που έπινε τόσο. Εκείνος όμως έπινε για να ξεχάσει το άγχος που είχε για κείνα που θα επακολουθούσαν.
-Μέχρι να έρθει η Μαρίνα, περπατάμε λίγο;
-Ναι πάμε, ας μην στεκόμαστε έτσι άπραγοι.
Το Αυγουστιάτικο φεγγάρι έδινε μια χρυσοκίτρινη μορφή στο καθετί πάνω στη γη. Τα μικρά κυματάκια λαμπίριζαν κάτω από το φως του και τα κοχυλάκια ξεχώριζαν ανάμεσα στην άμμο. Έβγαλαν τα παπούτσια τους και περπατούσαν εκεί που έσκαγε το κύμα. Μιλούσαν για θέματα διάφορα. Κάποια στιγμή ο Νίκος πρότεινε να καθίσουν σε μια ξαπλώστρα. Προχώρησαν και κάθισαν και οι δυο αφήνοντας μια μικρή απόσταση μεταξύ τους. Ο Νίκος έμεινε για πολύ ώρα σκεφτικός και αμίλητος. Η Μάγια δεν ήξερε τι μπορούσε να πει για να σπάσει τον πάγο. Λίγο αργότερα…
-Μάγια;
-Ναι!
-Εγώ έχω καιρό που χώρισα με την Ελένη. Δεν είχαμε και κάτι ουσιαστικό δηλαδή, δεν ήταν αυτό που έψαχνα.
-Το έμαθα Νίκο, αλλά μη στενοχωριέσαι. Θα βρεις κάτι καλύτερο. Ωραίο παιδί είσαι και κυρίως σοβαρό και μετρημένο.
-Για αυτό ακριβώς σου μιλάω. Με ενδιαφέρει μια κοπέλα, αλλά δε μπορώ να της το πω. Δυσκολεύομαι γιατί εκείνη δε ξέρω αν ενδιαφέρεται.
-Είμαι της γνώμης ότι «ο τολμών νικά». Δεν έχεις να κάνεις τίποτα άλλο από να τη ρωτήσεις.
-Έχεις δίκιο. Λοιπόν Μάγια, ενδιαφέρεσαι να είμαστε μαζί;
Κεραμίδα της ήρθε της καημένης. Ένα χρόνο τώρα σκεφτόταν ότι ο Νίκος χαραμίζεται με την Ελένη και στενοχωριόταν που δεν της έδωσε ποτέ σημασία. «Και τώρα της ζητάει να είναι μαζί; Τι να απαντήσει; Ο Γιάννης; Τι νιώθει για το Γιάννη; Έχει καμιά ελπίδα ή πρέπει και κείνη να κοιτάξει το δικό της μέλλον; Ήταν μικρή ακόμα βέβαια, μόλις 19, είχε χρόνο να βρει τον «τέλειο». Και αν ο Νίκος ήταν ο τέλειος; Θα έχανε την ευκαιρία; Να μην δοκιμάσει τη τύχη της; Άργησε να απαντήσει τόσο πολύ που ο Νίκος ήπιε το ουίσκι μονομιάς μήπως και γίνει η αναμονή του ευκολότερη.
-Νίκο ξέρω πόσο καλό παιδί είσαι και η αλήθεια είναι ότι θα ήθελα να είμαστε μαζί και όπου μας βγάλει, έτσι;
Με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά γύρισε και τη κοίταξε ο Νίκος. Δεν είπε τίποτα. Της έδωσε μερικές κόλλες χαρτί με μαντινάδες γραμμένες για κείνη, που μόνος είχε συνθέσει. Όταν λύθηκε η γλώσσα τους, άρχισαν να μιλάνε ατελείωτα. Για τις οικογένειες τους, για τους φίλους του, για τη ζωή τους. Οι πρώτες πρωινές ώρες τους βρήκαν να μιλάνε ακόμα. Λες και έπρεπε εκείνο το βράδυ να μάθουν τα πάντα. Ένα δροσερό αεράκι φύσηξε στο πρόσωπο τους και η Μάγια ανατρίχιασε. Ο Νίκος προστατευτικός ακούμπησε το χέρι του στους ώμους της και κείνη έγειρε το κεφάλι της στον δικό του.
-Νίκοοοο, Μάγιααα, που είστε παιδιά;
-Μας ψάχνει η Μαρίνα. Την είχα ξεχάσει τελείως.
-Χαχα και γω αλλά δε τη πειράζει.
Τους πλησίασε και με ένα πονηρό χαμόγελο είπε στο Νίκο:
-Εντάξει; Όλα καλά;
-Α! στο κόλπο ήσουν πουλάκι μου, της είπε η Μάγια μισοαστεία, μισοσοβαρά και άρχισαν να κυνηγιούνται στη παραλία με φωνές και γέλια.
Έφυγαν μαζί. Η Μάγια αντάλλαξε τηλέφωνο με το Νίκο και του είπε ότι θα μιλούσαν σύντομα.
Μπήκε στο δωμάτιο της αφήνοντας άμμο σε όλο το σπίτι. Φόρεσε τις πιτζάμες της και άρχισε να διαβάζει τις μαντινάδες. Ήταν τόσο ρομαντικές και τρυφερές. Χάρηκε πολύ για την απόφαση που είχε πάρει. Σίγουρα ο Νίκος άξιζε μια ευκαιρία.
4 σχόλια:
αααχχχ ωραία πραγματα! ...πιτσιρίκια, ερωτες, ντροπές.. όλα βγαίναν δυσκολα αλλά αυτό ήταν ενα απ αυτά που του εδινε μαγεία..
Τώρα αν οι ντροπές συνεχίζονται μεχρι τα 30 μαλλον υπάρχει προβλημα..
Αχ! Μου θύμησες πόσες ευκαιρίες δεν έδωσα στην ζωή μου. Μου μύρισε και η θάλασσα. Θάλασσα και γιασεμί….
Ρομαντικότατο θα έλεγα αυτό το κεφάλαιο.
Ίσως με αυτήν την ευκαιρία ξεχάσει και τον Γιάννη.
Όντως πολύ ρομαντικό... τί ωραία που περιγράφεις τη θάλασσα και την αμμουδιά... και αν και την πήρε γρήγορα την απόφαση, πιστεύω ότι ήταν η σωστή! Μπράβο της.
Δημοσίευση σχολίου