Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Μια ιστορία χωρίς τίτλο/Κεφάλαιο 9

Εκείνο το πρωί στο γραφείο της κοιτούσε αφηρημένη από το παράθυρο. Προσπαθούσε να σκεφτεί κάποιον που να μπορεί να της προσφέρει χρήματα. Καθόλου εύκολη υπόθεση. Άλλον συγγενή ή φίλο δεν είχε. Γύρισε προς τον υπολογιστή της και το βλέμμα της έπεσε στην προφύλαξη οθόνης που μόλις είχε ξεκινήσει. Είχε βάλει φωτογραφίες από όλη τη ζωή της. Έβλεπε τον πατέρα της να την κρατά αγκαλιά μωρό, τον πατέρα της να της μαθαίνει ποδήλατο, τη Χρυσούλα να την κουνάει στη κούνια, τη Χρυσούλα με τα καλά της ρούχα και τον πατέρα της στην αποφοίτησή της, τον Πιέρ και κείνη αγκαλιά στο Παρίσι.....
-Ο Πιέρ, Θεέ μου ο Πιέρ είναι η μόνη μου επιλογή.
Έκλεισε τα μάτια χαρούμενη και γύρισε αρκετά χρόνια πίσω. Ήταν μόλις 19 χρονών όταν έφυγε για το Παρίσι για σπουδές. Μιλούσε άπταιστα γαλλικά και ο πατέρας είχε κρίνει σωστό να κάνει εκεί τις σπουδές της. Μόλις τακτοποιήθηκε στην πόλη του φωτός ξεχύθηκε στα μαγαζιά. Η μεγάλη της μανία. Έμπαινε και έβγαινε από τα μαγαζιά με χέρια γεμάτα τσάντες. Είχε αποφασίσει ότι θα έμπαινε ακόμα σε ένα και θα γυρνούσε σπίτι της. Τα χέρια της γέμισαν πακέτα. Ίσα που μπορούσε πια να βλέπει που πηγαίνει. Βγαίνοντας από το κατάστημα διέκρινε στο βάθος ένα ταξί και έτρεξε όσο μπορούσε βέβαια με όλο το φορτίο της να το προλάβει. Πέρασε το δρόμο χωρίς να κοιτάξει. Ακούστηκε ένα φρενάρισμα και κείνη από το φόβο της χωρίς να έχει πάθει κάτι πέταξε τα πακέτα από τα χέρια της και σκορπίστηκαν στον δρόμο. Ο οδηγός βγήκε σε έξαλλη κατάσταση, περισσότερο επειδή είχε φοβηθεί και κείνος.
-Μα καλά άνθρωπέ μου είσαι τόσο ηλίθιος; Κόντεψες να με σκοτώσεις βλάκα!
-χαχαχχαα, άρχισε να γελάει δυνατά ο οδηγός. Έσκυψε να τη βοηθήσει. Ρούχα, παπούτσια, τσάντες είχαν γεμίσει όλο το δρόμο. Τα κορναρίσματα ακούγονταν όλο και δυνατότερα έτσι όπως είχαν κλείσει το δρόμο.
Αφού τα μάζεψαν όλα η Μάγια είπε βιαστικά merci και ξεκίνησε για να φύγει.
Έμεινε άφωνη όταν σε σπαστά ελληνικά της είπε.
-Νομίζω έχασες το ταξί σου, θέλεις να σε πάω κάπου;
Μπήκε στο αμάξι κατακόκκινη.
-Γελούσες που σε έβριζα;
-Ναι μου φάνηκε τόσο αστείο που έπεσα πάνω σε μια πατριώτισσα που με έβρισε σε άπταιστα Ελληνικά.
-Και λίγα σου είπα! Αν και ήταν δικό μου το φταίξιμο. Με λένε Μάγια. Εσένα; Τι κάνεις στο Παρίσι;
-Με λένε Πιέρ. Ο πατέρας μου είναι Έλληνας και η μητέρα μου Γαλλίδα Μεγάλωσα εδώ. Ο πατέρας μου ασχολείται με την έντυπη διαφήμιση, κάτι που τώρα θα περάσει στα χέρια μου. Εκείνοι θα εγκατασταθούν μόνιμα στην Αθήνα.
-Κοίτα σύμπτωση! Εμένα ο πατέρας μου ασχολείται με διαφήμιση στην τηλεόραση. Ήρθα για σπουδές.
Η συζήτηση δεν είχε τελειωμό. Η Μάγια έμεινε 3 χρόνια στο Παρίσι. Με τον Πιέρ ήταν και τα 3 χρόνια μαζί, αχώριστοι. Συγκατοίκησαν για αρκετό διάστημα. Και ήταν τόσο ερωτευμένοι και οι δύο. Γνώρισε τον πατέρα της και ήταν πολύ χαρούμενος γιατί έδειξε να εγκρίνει αυτή τη σχέση. Όταν ο καιρός πέρασε ο Πιέρ ήταν 25 χρονών και η Μάγια 21 της ζήτησε να παντρευτούν. Κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον γιατί εκείνη επειδή έπρεπε να γυρίσει πίσω. Εκείνος πάλι δεν μπορούσε να φύγει τη δεδομένη στιγμή. Έτσι χώρισαν χωρίς πραγματικά να θέλουν. Κράτησαν όμως επαφή αν και όχι τόσο συχνή.
Είχε έρθει η ώρα να τον καλέσει. Το τηλέφωνο χτύπησε πολλές φορές και κανένας δεν απάντησε. Το έκλεισε απογοητευμένη Κοίταξε πάλι έξω από το παράθυρο. «Ο Πιέρ!» «Καλέ μου Πιέρ, που να είσαι τώρα; Έχεις εσύ οικογένεια; Είσαι ευτυχισμένος;» «Τι ωραία που ήταν όσο ήμασταν μαζί!». Έκλεισε τα μάτια και τον έφερε στο μυαλό της. Πολύ πιο ψηλός από κείνη, με ένα χαμόγελο μονίμως στα χείλη, καστανά μαλλιά και μάτια….
Τη σκέψη της διέκοψε το χτύπημα του τηλεφώνου.
-Μάγια Αθανασίου, λέγεται παρακαλώ.
-Γλυκό μου κορίτσι, ποιος φούρνος γκρεμίστηκε;
-Πιέρ!! Ακόμη κανένας!
Η κουβέντα δεν είχε τελειωμό. Τα είπαν όλα. Όσα δε μπόρεσαν να πουν από το τηλέφωνο θα τα έλεγαν από κοντά. Ο Πιέρ θα ερχόταν την μεθεπόμενη μέρα. Η χαρά της απερίγραπτη. Μεγαλύτερη όμως ήταν του Πιέρ, που δεν την είχε βγάλει από το μυαλό του όλα αυτά τα χρόνια.
Για πρώτη φορά μετά που ξεκίνησαν όλα τα «κακά» στη ζωή της έτρεξε στα μαγαζιά. Αγόρασε ρούχα που κολάκευαν τη σιλουέτα της, πέρασε μια βόλτα από το κομμωτήριο για χτένισμα, ανταύγειες και όλα τα συναφή. Έγινε ακόμα πιο όμορφη. Από το βλέμμα της και μόνο μπορούσες να καταλάβεις τη χαρά της.
Τον περίμενε μισή ώρα στο αεροδρόμιο και δεν είχε ακόμα εμφανιστεί. Άρχισε να απογοητεύεται Χέρια μπήκαν μπροστά στα μάτια της και της τα έκλεισαν. Την επόμενη στιγμή ήταν αγκαλιασμένοι Ένιωσαν και οι δύο μια ανατριχίλα. Σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα.
-Είσαι πιο όμορφη από ποτέ!
-Χάρη σε σένα του είπε ναζιάρικα και ξεκίνησαν για το σπίτι της αφού θα τον φιλοξενούσε.
Εκείνος αρχικά δεν ήθελε. Δεν ήξερε αν μπορεί μια συγκατοίκηση μαζί της, αλλά αφού κείνη επέμενε δεν είχε άλλη επιλογή.
Μετά από άπειρες συζητήσεις γύρω από το πρόβλημά της, η λύση βρέθηκε πράγματι από τον Πιέρ και μάλιστα με ακόμα καλύτερο αποτέλεσμα.

1 σχόλιο:

Σουζάνα Xατζηνικολάου είπε...

Πολύ ρομαντικό... Παρίσι, αααχ... τί μου θύμισες τώρα...
Πολύ μου αρέσει η εξέλιξη!